ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στροφή των Γερμανών στα μεγάλα αυτοκίνητα

Οι Γερμανοί καταναλωτές αγοράζουν αυτοκίνητα με ολοένα και πιο
ισχυρή ιπποδύναμη, αψηφώντας τις ανήκουστες τιμές των καυσίμων και
τις ανησυχίες για το περιβάλλον, προκύπτει από έρευνα που
δημοσιεύεται σήμερα.

Για τους πρώτους μήνες του 2012, οι κινητήρες στα νέα αυτοκίνητα
που αγοράσθηκαν στη Γερμανία είχαν μέση ιπποδύναμη 138 άλογα,
μεγαλύτερη από τα 135 άλογα κατά μέσον όρο το 2011 και 130 άλογα το
2010, σύμφωνα με το Κέντρο Ερευνών Αυτοκινήτου του Πανεπιστημίου
Ντούισμπουργκ-Έσσης (βορειοδυτικά).

Ο λόγος αυτής της τάσης είναι κατά βάση η προτίμηση των Γερμανών
αυτοκινητιστών για τους κινητήρες ντίζελ –οι οποίοι είναι φύσει
πιο δυνατοί από τους κανονικούς βενζινοκινητήρες– και για τα
οχήματα 4Χ4, τα οποία ως επί το πλείστον χρησιμοποιούν τέτοιους
κινητήρες ντίζελ, τονίζει στην έκθεσή του ο συντάκτης της
Φέρντιναντ Ντίντεχοφερ.

«Περισσότεροι ίπποι δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην σε μεγαλύτερη
κατανάλωση καυσίμου», χάρη στους λιγότερο βενζινοβόρους κινητήρες
της νέας γενεάς, τη χρήση υβριδικών κινητήρων, ή συστημάτων
ελάττωσης της κατανάλωσης καυσίμων στις αστικές ζώνες (Start/Stop),
υπενθυμίζει η έκθεση.

Μολαταύτα, «με μία λιγότερο κραυγαλέα αύξηση» της ιπποδύναμης των
κινητήρων, «οι στόχοι για μειώσεις των εκπομπών CO2 θα
επιτυγχάνονταν γοργότερα απ’ ότι σήμερα», προσθέτει ο Νίντενχοφερ,
ζητώντας να ισχύσει ένα αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο στην ΕΕ για
τις εκπομπές των αυτοκινήτων.

Φυσικά, στην πρώτη θέση των κατασκευαστών με αυτοκίνητα μεγάλης
ιπποδύναμης κατατάσσεται η Porsche, με 323 άλογα κατά μέσον όρο σε
κάθε της όχημα.

Πάνω από τον εθνικό μέσον όρο βρίσκονται επίσης και οι μεγάλες
αυτοκινητοβιομηχανίες BMW (194 άλογα), Audi (179 άλογα) και
Mercedes-Benz (175 άλογα), ενώ και οι πιο «οικογενειακές»
αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν αυξήσει τα τελευταία χρόνια την
ιπποδύναμη στους κινητήρες τους, κυρίως η Opel, η οποία πέρασε από
τα 109 άλογα κατά μέσον όρο το 2008 στα 126 το πρώτο εξάμηνο του
2012, υποσκελίζοντας τα 124 άλογα της Volkswagen.


Πηγή: ΑΜΠΕ