ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανησυχούν για το τουρκικό δημόσιο χρέος οι επενδυτές

Σε τεντωμένο σχοινί ακροβατεί η τουρκική οικονομία, καθώς οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή του προγράμματος του ΔΝΤ μετατοπίζουν στο φθινόπωρο τις νέες εκταμιεύσεις του Ταμείου. Εσωτερικές πολιτικές τριβές, αντιδράσεις του κατεστημένου και χρόνια διαφθορά περιορίζουν τις δυνατότητες της κυβέρνησης να προχωρήσει στις απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η πρόσφατη ψύχρανση των σχέσεων με τις ΗΠΑ δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα, τόσο σε διπλωματικό επίπεδο, όσο και σε οικονομικό. Γεγονός είναι ότι η Τουρκία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα νέας οικονομικής κρίσης όπως το 2001, καθώς η οικονομία της αναπτύσσεται με ταχύτατο ρυθμό, ο οποίος, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, πλησιάζει το 5%. Υφίσταται όμως σοβαρός κίνδυνος το παρόν ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον να μην αξιοποιηθεί, και, εφόσον απουσιάσει η πολιτική πυγμή της κυβέρνησης Ερντογάν, να οδηγήσει σε μελλοντικά αδιέξοδα, κυρίως όσον αφορά την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους.

Στο πλαίσιο αυτό, οι διεθνείς επενδυτές εκφράζουν έντονα την ανησυχία τους για την πορεία της τουρκικής οικονομίας, όπως άλλωστε φαίνεται και από την πορεία των τουρκικών κρατικών ομολόγων σε δολάρια και ευρώ στις εξωτερικές αγορές. Ενώ οι αναδυόμενες αγορές, μία εκ των οποίων είναι και η Τουρκία, έχουν αποδειχθεί από τις πλέον αποδοτικές τοποθετήσεις κεφαλαίων από τις αρχές του έτους, σημειώνοντας άνοδο υψηλότερη του 25% σε δολάρια, τα τουρκικά κρατικά ομόλογα βρίσκονται σε μία από τις χαμηλότερες θέσεις, καθώς έχουν σημειώσει άνοδο μόλις κατά 5,8%. Αντίστοιχα υστερεί κατά πολύ σε σύγκριση με άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και της Ασίας η άνοδος του δείκτη του χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης από τη χαμηλότερη τιμή έτους στις παραμονές του πολέμου του Ιράκ έως σήμερα.

Τα πακέτα βοήθειας

Δύο φορές από το 2000 μέχρι σήμερα, η Τουρκία έχει αποφύγει τη χρεοκοπία, μέσω πακέτων βοηθείας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, συνολικού ύψους 30 δισ. δολαρίων, ενώ, προκειμένου να προχωρήσει στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, έχει συμφωνηθεί από τότε με το ΔΝΤ μια σειρά μέτρων τα οποία στοχεύουν στην εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου της τουρκικής οικονομίας έως το 2004. Βασικός στόχος των μέτρων του ΔΝΤ είναι η αποτελεσματική καταπολέμηση του πληθωρισμού, το επίπεδο του οποίου είναι υψηλότερο του 25%, η δημοσιονομική πειθαρχία και η νομοθετική θεσμοθέτηση ενός υγιούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, οι ΗΠΑ, εκτιμώντας τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, είχαν από το 2002 προσφέρει πακέτο βοηθείας συνολικού ύψους 8,5 δισ. δολαρίων, συνδεδεμένο με την εφαρμογή των μέτρων του προγράμματος του ΔΝΤ, αλλά και με την πλήρη συμμετοχή της Τουρκίας στην αμερικανική πολιτική στην περιοχή. Οι καθυστερήσεις όμως στην εφαρμογή των μέτρων του ΔΝΤ (νομοθεσία επιχειρηματικής χρεοκοπίας, μεταρρύθμιση νομοθετικού πλαισίου κοινωνικής ασφάλισης και περιορισμός του κρατικού τομέα), αλλά και η άρνηση του τουρκικού Κοινοβουλίου στην παροχή διευκολύνσεων στις αμερικανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράκ, μεταθέτουν στον Σεπτέμβριο την εκταμίευση των πόρων του ΔΝΤ, ενώ διακυβεύουν την παροχή της αμερικανικής βοήθειας. Επιπλέον, εκφράζονται φόβοι ότι απουσιάζει η πολιτική βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας, καθώς πλησιάζουν οι δημοτικές εκλογές τον Απρίλιο του 2004. Περαιτέρω ανησυχίες προκαλεί το γεγονός ότι παρά την ανυπομονησία της Τουρκίας να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η εναρμόνιση της νομοθεσίας της με την ευρωπαϊκή καθυστερεί, και με δεδομένη τη διακοπή των εργασιών του τουρκικού Κοινοβουλίου το καλοκαίρι, πιθανότατα δεν θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τη δημοσιοποίηση της έκθεσης προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Οκτώβριο.

Θετικές εξελίξεις

Η τουρκική οικονομία επιταχύνθηκε κατά 7,8% το 2002, ενώ προβλέπεται ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα πλησιάσει το 5% μέχρι το τέλος του έτους. Βασικοί μοχλοί της διατήρησης του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης φέτος είναι η εσωτερική κατανάλωση, καθώς το τέλος του πολέμου του Κόλπου, στον οποίο το 90% των Τούρκων πολιτών ήταν αντίθετο, συνετέλεσε στην ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, αλλά και η αποκλιμάκωση των επιτοκίων της τουρκικής λίρας από περισσότερο από 70% το 2002, σε 48% σήμερα. Επιπλέον, αυξήθηκε σημαντικά η ρευστότητα στο εσωτερικό της χώρας, καθώς τα υψηλά πραγματικά επιτόκια και η ανακούφιση μετά το τέλος του πολέμου συνέβαλαν στη σταδιακή αποδολαριοποίηση των εγχώριων καταθέσεων. Πράγματι, ενώ παραδοσιακά ο τουρκικός πληθυσμός διατηρούσε το μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεών του σε συνάλλαγμα, φοβούμενος την υποτίμηση της λίρας και την απώλεια αγοραστικής δύναμης λόγω του υπερπληθωρισμού, από τον Απρίλιο και μετά παρατηρείται μετατροπή σημαντικού ύψους κεφαλαίων σε λίρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, ενώ στα τέλη του 2002, το 60% του συνόλου των καταθέσεων ήταν σε ξένα νομίσματα, το ποσοστό αυτό έπεσε σε περίπου 50% στα τέλη Μαΐου. Το αποτέλεσμα ήταν η σημαντική ανατίμηση της τουρκικής λίρας κατά 18% έναντι του δολαρίου και 12% έναντι του ευρώ από τα τέλη Μαρτίου έως σήμερα.

Το δημόσιο χρέος

Παρά τις παραπάνω θετικές εξελίξεις, όμως, το βασικό πρόβλημα, το οποίο συνεχίζει να εμπνέει ανησυχία στις διεθνείς αγορές είναι το υπερβολικά υψηλό δημόσιο χρέος της Τουρκίας. Η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική των τελευταίων δέκα ετών, τα υψηλά πραγματικά επιτόκια τα οποία επιβάρυναν το εσωτερικό χρέος, η υποτίμηση της λίρας κατά 70% τη διετία 2001 – 2002, η οποία διόγκωσε το εξωτερικό χρέος και η διαφθορά και κατασπατάληση δημοσίου χρήματος οδήγησαν τον κρατικό δανεισμό σε επίκινδυνο επίπεδο. Ενώ το 1990, ο δείκτης του συνολικού χρέους προς ΑΕΠ ήταν της τάξης του 29%, υπερτριπλασιάστηκε το 2001, φθάνοντας το 92%, ενώ υποχώρησε ελαφρά στο 80% το 2002. Η δραματική αύξηση του δανεισμού δημιουργεί έντονες ανησυχίες στους διεθνείς επενδυτές για τη βιωσιμότητα του εξωτερικού χρέους της Τουρκίας εάν δεν πραγματοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες έχουν συμφωνηθεί με το ΔΝΤ. Γεγονός είναι ότι η Τουρκία έχει ήδη σχεδόν καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του 2003, επωφελούμενη της πτώσης των επιτοκίων σε δολάρια. Το επασφάλιστρο κινδύνου (spread) όμως το οποίο καλείται να πληρώσει είναι υψηλότατο και κυμαίνεται περίπου στους 750 πόντους βάσης για το δεκαετές ομόλογο. Με άλλα λόγια, η απόδοση στη λήξη του ομολόγου αυτού είναι 10,8%, έναντι 3,3% για το δεκαετές κρατικό ομόλογο των ΗΠΑ. Το σημαντικό κόστος δανεισμού σημαίνει ότι προκειμένου να εξασφαλίσει η Τουρκία τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους της, είναι απαραίτητη η δημοσιονομική πειθαρχία και η μακροπρόθεσμη διατήρηση υψηλού ρυθμού ανάπτυξης, τα οποία εξαρτώνται στον μέγιστο βαθμό από την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να λειτουργήσει ανεξάρτητα από τα οικονομικά και στρατιωτικά κέντρα παραεξουσίας.