ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Ζούμε ένα υστερικό επεισόδιο γύρω από το μαγικό 3%»

– Πού θα οδηγήσει η νομική μάχη γύρω από το Σύμφωνο Σταθερότητας;

– Θεωρώ πολύ κακή αυτή τη μάχη. Το μόνο που θα επιτύχει είναι να οξύνει τη σύγκρουση στην Ε.Ε. Μπορεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να δικαιώσει την Επιτροπή, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι όμως πολιτικό. Σε μερικές χώρες επικρατεί η άποψη ότι το Σύμφωνο, όπως είναι σήμερα, δεν ανταποκρίνεται στο εθνικό τους συμφέρον. Η δικαστική αγωγή θα εντείνει τις πολιτικές συγκρούσεις.

– Οι αγορές φαίνεται να αγνοούν την πρακτική αναστολή του Συμφώνου.

– Πράγματι, έτσι συμβαίνει έως τώρα. Οι αγορές αντελήφθησαν ορθώς ότι δεν συνιστούσε πρόβλημα από οικονομικής απόψεως το γεγονός ότι χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία δεν τηρούσαν τις δημοσιονομικές τους δεσμεύσεις. Είχαμε μιαν ύφεση και φαίνεται να την ξεπερνάμε. Κατά την ύφεση, το δημόσιο έλλειμμα παρουσίασε μιαν αύξηση. Ηταν όμως περιορισμένη. Ιστορικά δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερες αποκλίσεις. Οι αγορές κατάλαβαν ότι η Ευρώπη είχε κατασκευάσει στο Μάαστριχτ αυτό το τεχνητό όριο του 3% του ΑΕΠ. Ηταν κάτι πλασματικό, χωρίς οικονομικό νόημα, ιδίως μάλιστα καθώς τα θεμελιώδη στοιχεία της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα. Γι’ αυτό οι αγορές εκτίμησαν ότι το ευρώ δεν θα έπεφτε. Πράγματι, στις ΗΠΑ υπάρχουν πολύ περισσότερα προβλήματα από την Ευρώπη. – Η μεταρρύθμιση του Συμφώνου θα ήταν συνεπώς ο καλύτερος τρόπος να διευθετηθεί η κρίση του Νοεμβρίου;

– Ακριβώς. Οι διαφορές θα έπρεπε να οδηγήσουν στη μεταρρύθμιση. Αυτό είναι το βασικό. Δεν υπάρχει όμως η πολιτική βούληση να πάμε προς τα ‘κεί.

– Πώς πρέπει να μεταρρυθμισθεί το Σύμφωνο;

– Το Σύμφωνο Σταθερότητας θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να θέσει ως στόχους επίπεδα του χρέους. Κάθε χώρα θα δεσμευόταν σε συγκεκριμένους διατηρήσιμους στόχους δανεισμού, έχοντας προηγουμένως αποδεχθεί ένα γενικό όριο, ας πούμε κάτω από το 60% του ΑΕΠ, όπως θεσπίσθηκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Οι χώρες θα όριζαν το επίπεδο του χρέους τους σε σχέση με το ΑΕΠ. Το σχήμα θα ήταν ευέλικτο. Σε υφέσεις θα επιτρεπόταν κάποια αύξηση του χρέους και σε φάσεις μεγέθυνσης ο λόγος χρέους / ΑΕΠ θα μειωνόταν. Αυτή θα ήταν η σημαντική αλλαγή. Πρέπει να υπογραμμίσω όμως ότι έχει μια σειρά από επιπτώσεις. Σημαίνει ότι το όριο του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ δεν μπορεί να διατηρηθεί. Αν διατηρήσουμε μέγιστο αποδεκτό έλλειμμα το 3%, όπως ορίζει η συνθήκη του Μάαστριχτ, δεν υπάρχει καμία ευελιξία στις υφέσεις. Πρέπει να καταργήσουμε αυτό το όριο. Και αυτό είναι το δυσκολότερο. Γιατί πρέπει να αλλάξουμε τη συνθήκη.

– Και στην κατεύθυνση αυτή δεν θα ταίριαζε ένα σύστημα κυρώσεων…

– Ασφαλώς, πρέπει να τελειώνουμε με τις κυρώσεις. Δεν έχουν νόημα. Τους λείπει κάθε αξιοπιστία. Δεν λειτουργούν.

– Δεν νομίζετε ότι είναι δύσκολο να ανοίξει τώρα θέμα μεταρρύθμισης, ιδίως μετά την αποτυχία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος;

– Η αντίσταση εκτείνεται σε πολλές χώρες. Στη δική μου, στο Βέλγιο, αντιστέκονται. Και, παραδόξως, και οι Γερμανοί είναι εναντίον. Οι Γάλλοι στηρίζουν τις αλλαγές. Αλλά και η Ολλανδία απέρριψε κάθετα τη μεταρρύθμιση. Θα είναι πολύ δύσκολο. Επιπλέον, χώρες που παραβίασαν το Σύμφωνο, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, βγαίνοντας από την ύφεση θα μπορούσαν να ρίξουν το έλλειμμά τους κάτω από το 3%. Και όλοι θα είναι ευχαριστημένοι. Αλλά, όπως ξέρετε, οι υφέσεις έρχονται και φεύγουν. Στην επόμενη ύφεση θα ξαναβρεθούμε με τα ίδια προβλήματα.

– Με την ανατίμηση του ευρώ μπορεί να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ανάκαμψη;

– Αρχίζω να ανησυχώ. Το επίπεδο του ευρώ αρχίζει να γίνεται δυσμενές για την ανάκαμψη, προπάντων για τον ευρωπαϊκό βιομηχανικό τομέα. Ασκεί μεγάλη πίεση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία. Μια ανατίμηση του ευρώ μπορεί σε εποχή παγκοσμιοποίησης να μας υποχρεώσει να κλείσουμε εργοστάσια, ακόμα και σε φάση οικονομικής μεγέθυνσης. Και τέτοια γεγονότα είναι αμετάκλητα. Βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο να λοξοδρομήσει η ανάκαμψη. Αυτό συνέβη στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980, επί Ρόναλντ Ρέιγκαν. Η οικονομία ανέκαμψε, αλλά η ανατίμηση του δολαρίου έπληξε τη βιομηχανία. Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, αλλά στον τομέα των υπηρεσιών. Θα χρειαζόμασταν μιαν Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έτοιμη να παρέμβει στην αγορά και να μειώσει τα επιτόκια αν η διαδικασία της ανατίμησης συνεχισθεί.

Ελαφρά συντομευμένη απόδοση συνέντευξης που δημοσιεύθηκε στην El Pais στις 18.1.2004.