ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κουτή, επικίνδυνη αλλά και αναπόφευκτη η προσφυγή Κομισιόν κατά του Ecofin

Η προσφυγή της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά του Συμβουλίου των υπουργών για παραβίαση του Συμφώνου Σταθερότητας παρουσιάζει τρία χαρακτηριστικά: είναι κουτή, επικίνδυνη και αναπόφευκτη. Σα να λέμε, υπάρχει κάτι στραβό στο σύστημα κανόνων που οδηγεί σ’ αυτήν την κατάσταση.

Αναπόφευκτη. Η Επιτροπή δεν είχε άλλη διαδικαστική ή πολιτική επιλογή, αν ήθελε να δείξει ότι στη λειτουργία της Ε.Ε. ο σεβασμός των κανόνων έχει κάποια σημασία. Δεν είναι δυνατή η διαχείριση της Ενωσης ούτε του ευρώ αν ο καθένας μπορεί να παραβιάζει τους κοινούς κανόνες ατιμωρητί. Αυτό δεν ισχύει μόνο για μας, αφορά στην εφαρμογή κάθε κοινού κανόνα που υιοθετήθηκε νόμιμα από ανθρώπινες κοινότητες οπουδήποτε στον πλανήτη. Και, φυσικά, έχει εφαρμογή ιδίως όταν ο κανόνας είναι συζητήσιμος. Αν αρκούσε η αμφισβήτηση ενός κανόνα για να δικαιούται ο καθένας να τον απορρίψει, δεν θα υπήρχε πλέον πολιτισμός.

Ας επιτραπεί σε έναν πρώην πρωθυπουργό της Γαλλίας, που είχε το δικό του μερίδιο σε δύσκολες αποφάσεις που έπρεπε να λάβει για να εφαρμόσει κανόνες με ορισμένους από τους οποίους διαφωνούσε, να εκφράσει τη ντροπή που αισθάνεται όταν οι διάδοχοί του και ο αρχηγός του κράτους επανειλημμένα εκφράζουν εξοργιστικά την αδιαφορία, ή ακόμα και την ειρωνεία τους, απέναντι στους κανόνες που παραβιάζουν. Ο θάνατος του Συμφώνου, όσο κακό κι αν είναι, συνεπάγεται πράγματι την άρση κάθε τυπικού κανόνα στη διαχείριση του ευρώ. Αυτή η προσφυγή είναι επίσης επικίνδυνη. Αν απορριφθεί, η Επιτροπή θα γελοιοποιηθεί και θα χάσει την ουσία του κύρους που διαθέτει για να επιβάλει την εφαρμογή κάθε κανόνα στην Ευρώπη. Η Ε.Ε., αντί να είναι ένας χώρος που διέπεται από το δίκαιο σε συνθήκες μάλλον καλύτερες από αλλού στον πλανήτη, θα κινδύνευε να ξαναγίνει μια ζούγκλα. Και αν η προσφυγή γίνει δεκτή, μόνη δυνατή κύρωση θα είναι τα βαριά πρόστιμα που θα επιβληθούν στη Γαλλία και στη Γερμανία, δηλαδή ακριβώς εκείνο το είδος αντικυκλικών μέτρων που θα επιδεινώσουν τις υφεσιακές τάσεις που δύο χώρες προσπαθούσαν να καταπολεμήσουν διατηρώντας ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους. Οπότε, θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε αν θα υπάκουαν και, σε αρνητική περίπτωση, αν οι δικαστικές αποφάσεις παραμένουν κανόνας που αναγνωρίζεται στην Ευρώπη. Ωραίο χάλι.

Διπλή υπεροψία

Η βλακεία φαίνεται επομένως να δεσπόζει σ’ αυτήν την υπόθεση. Είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο την Επιτροπή.

Πρώτο σφάλμα ήταν να περιληφθούν σε μια διεθνή συνθήκη προδιαγραφές χρηματοοικονομικής ρύθμισης που εκφράσθηκαν με άκαμπτα ποσοτικά κριτήρια, πέρα από κάθε αναφορά στη συγκυρία και σε άλλα, πιο οικονομικά κριτήρια (απασχόληση, μεγέθυνση…).

Το βαρύ αυτό σφάλμα το οφείλουμε σε μια διπλή υπεροψία. Πρώτα σε εκείνην των μονεταριστικών κύκλων, τραπεζιτών ή «ειδικών», προκλητικά βεβαίων ότι ο πληθωρισμός και η ισοσκέλιση των προϋπολογισμών είναι οι μόνες αποφασιστικές παράμετροι στη διαχείριση των σύγχρονων οικονομιών μας. Το παρατεινόμενο δράμα της απασχόλησης στις χώρες μας δεν φαίνεται να είναι ακόμα αρκετά βαθύ για να τους πείσει ότι έχουν πάρει λάθος δρόμο. Τουλάχιστον θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι κάθε συγκυρία μεταβάλλεται και ότι ακόμα και με τα δικά τους κριτήρια μια υπερβολική ακαμψία είναι καταστροφή.

Δεν το αντιλήφθηκαν διότι συμμάχησαν με μιαν άλλη υπεροψία, πολιτική αυτή τη φορά, και κυρίως γερμανικής προέλευσης, με τη συνενοχή της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Το σύμφωνο σταθερότητας -συγγνώμη, σταθερότητας και ανάπτυξης, ευχαριστούμε Λιονέλ Ζοσπέν, αν και αυτή η διόρθωση δεν είχε τις ελπιζόμενες συνέπειες- είναι στην πραγματικότητα το προϊόν μιας μεγάλης γερμανικής υπερηφάνειας γι’ αυτό που ήταν το μάρκο πριν πέντε – έξι χρόνια, πριν εισέλθει η Γερμανία σε μια βαθιά διαρθρωτική οικονομική κρίση που δεν έχει καμία σχέση με το νόμισμα, καθώς και μιας μεγάλης επίσης γερμανικής δυσπιστίας απέναντι στις χώρες με ασθενή νομίσματα της Νότιας Ευρώπης. Το τίμημα αυτού του σκανδαλώδους παιχνιδιού κατά των χωρών του «Μεσογειακού Κλαμπ» είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης δεν ήσαν σε θέση να συζητήσουν, ούτε άλλωστε το Βέλγιο και η Γαλλία, στηριζόμενη στη δική της νομισματική σταθερότητα, την οποία με κόπο είχε ανακτήσει σε λιγότερο από δέκα χρόνια πριν, έπαιξε την υπερήφανη αντί να αντλήσει διδάγματα από την πρόσφατη ιστορία της. Στη γέννηση αυτής της κακής υπόθεσης, του Συμφώνου όπως είναι διατυπωμένο, η Επιτροπή δεν ευθύνεται διόλου. Θα πληρώσει τη συνέχεια, αλλά το αρχικό σφάλμα δεν ήταν δικό της.

Ελειψε η τόλμη

Το δεύτερο σφάλμα είναι πολύ συλλογικό και έχει διάρκεια. Σχεδόν τρία χρόνια τώρα βλέπουμε τη νομισματική ένωση πραγματοποιημένη, το ευρώ καλά εγκατεστημένο, και τη μεγέθυνση ανεπαρκή. Στη συγκυρία αυτή, η επιβράδυνση των δημοσίων εσόδων ερχόταν να συμπληρώσει την ανάγκη να τονωθεί η μεγέθυνση με στήριξη της εσωτερικής ζήτησης, για να φωτίσει διαφορετικά το πρόβλημα του δημοσίου ελλείμματος. Οι εξελίξεις δεν άφηναν καμία αμφιβολία ότι οδεύαμε κατ’ ευθείαν στον τοίχο. Η αναθεώρηση του Συμφώνου για να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση ήταν ανάγκη προφανής και επιτακτική.

Η Επιτροπή και ιδίως ο πολύ διπλωματικός επίτροπος Πέδρο Σόλμπες δεν μπόρεσαν ή δεν τόλμησαν να πάρουν την πρωτοβουλία. Ούτε όμως οι πρωθυπουργοί. Αλλά όσο γι’ αυτούς, από καιρό γνωρίζαμε ότι δεν υπάρχουν πια στην Ευρώπη (με την εξαίρεση ίσως του Βέλγου Γκι Βερχοφστάτ και του Λουξεμβούργιου Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ) εν ενεργεία πρωθυπουργοί που να έχουν κεντρική παράμετρο στην πολιτική τους τη συμμετοχή στην Ευρώπη και τη βούληση να την ενισχύσουν, δυστυχώς!

Γάλλοι και Γερμανοί

Τρίτο σφάλμα: Η Γερμανία κλείνεται σε μιαν υπεροπτική ακαμψία και αρνείται κάθε εξωτερική -βρυξελλιώτικη- ανάμειξη στη δημοσιονομική της κυριαρχία. Η Γαλλία παρουσιάζεται λιγότερο άκαμπτη και δηλώνει πρόθυμη να διαπραγματευθεί στάδια. Αυτό θα αρκούσε, διότι κανείς στην υπόθεση αυτή δεν είναι εντελώς ηλίθιος και η Επιτροπή μετρούσε καλά πόσον σημαντικό θα ήταν να αποκρουσθούν οι υφεσιακές τάσεις και να μην παίξουν οι προϋπολογισμοί το ρόλο αρνητικής ενίσχυσης του κύκλου. Αλλά αντί αυτή η γαλλική ευελιξία να συμβάλει στην έναρξη υπεύθυνων διαπραγματεύσεων και να συμπεριληφθούν στη συνέχεια οι Γερμανοί, όλα τα χάλασαν οι επιπόλαιες δηλώσεις των Γάλλων ιθυνόντων. Πολλά μπορεί κανείς να κάνει, όχι όμως να αρνηθεί την ύπαρξη ενός κανόνα, και ακόμα λιγότερο το ρόλο της Επιτροπής. Και αυτή αισθάνθηκε να πιέζεται.

Οπωσδήποτε η Ευρώπη, έτσι όπως είναι, και προπάντων το ευρώ, θα επιβιώσουν αυτού του επεισοδίου. Κανείς δεν πρόκειται να πεθάνει. Η πολιτική ζημία όμως παραμένει σημαντική.

Η προσφυγή θα αργήσει να εκδικασθεί. Αυτό δίνει περιθώρια χρόνου. Πρέπει να βγούμε πάνω από αυτήν την κατάσταση. Δεν είναι υπόθεση των δικαστών να λύσουν το πρόβλημα σε ποια κριτήρια πρέπει να ανταποκρίνεται η διαχείριση του ενιαίου νομίσματος. Η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση και επειγόντως. Μόνον έτσι μπορούμε να λύσουμε το θέμα χωρίς απώλεια κύρους για την Επιτροπή και τις δύο κυβερνήσεις χωρίς να προκαλέσουμε σοβαρή ανακοπή της μεγέθυνσης με αντι-οικονομικές πληρωμές.

Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται εκεί. Η ουσία είναι η αυτοπεποίθηση και η υπεροψία των υπερασπιστών ενός συστήματος χρηματοοικονομικής σκέψης -του μονεταρισμού- που θέλει να υπαγάγει ολόκληρο τον κόσμο στο σεβασμό των μοναδικών του κριτηρίων. Γίνεται ολοένα προφανέστερο ότι η θεωρία αυτή είναι μαλθουσιανή. Περιορίζει τη χρηματοοικονομική τροφοδότηση της μεγέθυνσης, επιδεινώνει την ανεργία, αφαιρεί από τα κράτη τα μέσα για να προωθήσουν τη μαζική εκπαίδευση και την έρευνα στο επίπεδο που χρειάζονται οι κοινωνίες μας, πιέζει στην επιβράδυνση της κρατικής βοήθειας σε βαθμό που αναστέλλει την ανάπτυξη πολλών εθνών. Υπάρχουν και άλλα μέσα εκτός από τη μείωση του χρήματος για να καταπολεμηθεί ο πληθωρισμός.

Εδώ, αναβιώνει μια παλιά σύγκρουση. Οι υποτιθέμενες αρετές του μονεταρισμού καλλιέργησαν αυταπάτες επί δύο δεκαετίες. Σήμερα, επείγει να παραδεχθούμε την προφανή αρνητική του επίδραση. Αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει κεντρικό στοιχείο του αγώνα των αριστερών δυνάμεων που εξακολουθούν να αγωνίζονται πολύ περισσότερο ενάντια στις συνέπειές του παρά ενάντια στην αρχή του. Ο Κέυνς δεν έχει πεθάνει και η αντιπαράθεση των θεωριών ή των «μεγάλων ιδεών» έχει καθοριστική σημασία στη ζωή της ανθρωπότητας.

Βάσιμα μπορούμε να ελπίσουμε ότι αυτό το επεισόδιο θα ανοίξει τα μάτια σε πολλούς συγχρόνους μας.

Δημοσιεύθηκε στη Le Monde στις 20.1.2004.