ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντιμέτωπες με την αμερικανική πρόκληση οι φαρμακευτικές εταιρείες της Γηραιάς Ηπείρου»

Οταν ο Γάλλος επικεφαλής της GlaxoSmithKline, Ζαν-Πιερ Γκαρνιέ, εξέφρασε την άποψη ότι η έδρα της εταιρείας του θα πρέπει να μεταφερθεί στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ προκειμένου να ελέγχει αποτελεσματικότερα την αμερικανική αγορά, αρκετοί από τους μετόχους της βρετανικής φαρμακευτικής εκδήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους. Στο μεταξύ, ο ελβετικός όμιλος Novartis είχε ήδη προλάβει να μεταφέρει τη βάση ερευνών του στη Βοστώνη. Σήμερα, η εχθρική προσφορά της Sanofi-Synthelabo για εξαγορά της Aventis -μια κίνηση που τείνει να εκλάβει και πολιτική χροιά, καθώς οι κυβερνήσεις Γαλλίας και Γερμανίας ερείζουν γύρω από το θέμα της αναγκαιότητας και των συνεπειών ενδεχόμενης συγχώνευσης- έχει μεταξύ άλλων ως στόχο την πρόσβαση της γαλλικής εταιρείας στο εκτενές δίκτυο πωλήσεων που έχει αναπτύξει ο μεγαλύτερός της γαλλογερμανικός όμιλος στις ΗΠΑ, επενδύοντας σημαντικά ποσά από το 1999, όταν δημιουργήθηκε με συγχώνευση των Rhone-Poulenc και Ηoechst.

Παρότι κοιτίδα της σύγχρονης φαρμακευτικής βιομηχανίας είναι σαφώς η Ευρώπη, γενέτειρα της ασπιρίνης, την οποία ανέπτυξε η Bayer στα τέλη του 19ου αιώνα, την τελευταία 20ετία οι καινοτομίες μεταφέρονται όλο και περισσότερο στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Οι ΗΠΑ έχουν μεγαλύτερη αγορά φαρμάκων, από την οποία αποκομίζουν υψηλότερα κέρδη. Εκεί στεγάζονται σήμερα τα καλύτερα πανεπιστήμια, εκεί διατίθενται περισσότερα δημόσια κονδύλια για ιατρική έρευνα, εκεί βρίσκονται και οι περισσότεροι τιμηθέντες με Νόμπελ επιστήμονες του χώρου. H ευρωπαϊκή πρωτοκαθεδρία έχει χαθεί. Και η πρόκληση των φαρμακευτικών εταιρειών της «Γηραιάς Ηπείρου» έγκειται πλέον στην εύρεση τρόπων «ευημερίας» στην αμερικανική αγορά, εκ παραλλήλου με τη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της «ευρωπαϊκότητάς» τους.

Με εξαίρεση την εξαγορά της Warner-Lambert από τη Pfizer, το 2000, οι συγχωνεύσεις στην παγκόσμια φαρμακοβιομηχανία υπήρξαν για περισσότερα από 20 χρόνια κατά κύριο λόγο φιλικές. Ιδιαίτερα για την Ευρώπη, οι αναλυτές τονίζουν πως «η υπόθεση Aventis/Sanofi αφορά δυο εταιρείες σε μια περιφέρεια όπου το περιβάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για τον φαρμακευτικό κλάδο». H προσφορά της Sanofi, συνεπώς, ίσως εντείνει τις πιέσεις για συγχώνευση σε ό,τι αφορά άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες. Οι μεσαίου μεγέθους εταιρείες είναι πιθανότερο να ενδώσουν στον πειρασμό της συγχώνευσης, καθώς χρειάζονται την αύξηση του μεγέθους τους για να γίνουν ανταγωνιστικές σε παγκόσμια κλίμακα.

Από αυτή την άποψη, δικαιολογείται η επιμονή της γαλλικής κυβέρνησης, η οποία τάσσεται σθεναρά υπέρ της συμφωνίας Aventis/Sanofi, έστω κι αν η στάση της -επανειλημμένως αρνητική σε κάθε απόπειρα συγχώνευσης εγχώριας εταιρείας με ξένη- συγκεντρώνει κατηγορίες για «προστατευτισμό». Το Παρίσι διαβεβαιώνει επίσης ότι δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας για περικοπές θέσεων εργασίας, κάτι αντίθετα για το οποίο εκφράζει έντονο προβληματισμό το Βερολίνο, όπου η Aventis απασχολεί 9.000 άτομα και ο δείκτης ανεργίας κυμαίνεται στα επίπεδα του 10%. Πάντως, αν τελικά γίνει η συγχώνευση, το προϊόν της θα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος φαρμακευτικός κολοσσός του κόσμου, μετά την Pfizer και τη GlaxoSmithKline, και ο μεγαλύτερος της Ευρώπης, σε μια εποχή κατά την οποία η αγορά της περιφέρειας γίνεται όλο και λιγότερο ανταγωνιστική και οι κυβερνήσεις της υιοθετούν σημαντικά μέτρα μείωσης των δαπανών προκειμένου να συρρικνώσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα. Ενώνοντας τις δυνάμεις τους στην έρευνα, οι δυο εταιρείες θα μπορέσουν να κατανείμουν τον κίνδυνο σε ευρύτερο φάσμα προγραμμάτων και ασθενειών. H Sanofi θα προστατευθεί από τυχόν προσέγγιση τρίτου όταν εκπνεύσει η συμφωνία μεταξύ των βασικών της μετόχων, L’Oreal και Total, κάτι που θα γίνει φέτος, ενώ η γεωγραφική συγγένεια με την Aventis θεωρείται ότι θα επιτρέψει την ευκολότερη προσαρμογή του προσωπικού, κάτι απαραίτητο σε κλάδους των οποίων οι εταιρείες στηρίζουν την επιτυχία τους στην άριστη ποιότητα των προϊόντων τους.