ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γερμανία: ρεκόρ εξαγωγών το 2003, παρά το ενισχυμένο ευρώ

Σε επίπεδα-ρεκόρ έφθασαν το περασμένο έτος οι εξαγωγές της Γερμανίας, παρά την ενίσχυση του ευρώ. Οι εισαγωγές της, ωστόσο, αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό, με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας.

Συνολικά το εμπορικό πλέονασμα της Γερμανίας με τον υπόλοιπο κόσμο περιορίσθηκε στα 129,7 δισ. ευρώ από τα 132,8 δισ. ευρώ του 2002, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,6% φθάνοντας στα 661,6 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές κατά 2,6% φθάνοντας στα 531,9 δισ. ευρώ. Εντυπωσιακή εξέλιξη σημειώθηκε τον Δεκέμβριο, οπότε οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 7,1% σε ετήσια βάση φθάνοντας στα 54,5 δισ. ευρώ. Το αποτέλεσμα ήταν να σημειώσει η Γερμανία εμπορικό πλεόνασμα ύψους 10,4 δισ. ευρώ, που υπερέβη τις προσδοκίες των αναλυτών για 9,1 δισ. ευρώ. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της γερμανικής βιομηχανίας βαρέων οχημάτων MAAG, που ανακοίνωσε ότι οι παραγγελίες της τον Ιανουάριο εκτινάχθηκαν κατά 23% σε ετήσια βάση. Σημειωτέον ότι οι παραγγελίες για καινούργια φορτηγά θεωρούνται συχνά ένδειξη περί της ανάκαμψης.

Ειδικότερα, οι εξαγωγές της Γερμανίας προς τις χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης αυξήθηκαν τον Δεκέμβριο κατά 6,3% σε ετήσια βάση φθάνοντας στα 24,2 δισ. ευρώ. Υποχώρησαν, πάντως, συνολικά κατά 0,7% στο σύνολο του έτους. Σε ό,τι αφορά δε τις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ, που είναι ο σημαντικότερος εταίρος της μετά τη Γαλλία, μειώθηκαν κατά 10% στη διάρκεια των 11 μηνών μέχρι τον Νοέμβριο. Αντίθετα, οι εξαγωγές προς την ταχύτατα αναπτυσσόμενη Κίνα και τη Ρωσία σημείωσαν αύξηση κατά 26% και κατά 6,4% αντιστοίχως.

Σχολιάζοντας σχετικά, ο Γιεργκ Κράμερ, οικονομικός αναλυτής της Invesco Asset Management, τόνισε ότι «οι προσδοκίες για παραγγελίες για εξαγωγές συνέχισαν να βελτιώνονται το τέταρτο τρίμηνο, πράγμα που καταδεικνύει ότι η παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη υπερκαλύπτει τον αρνητικό αντίκτυπο της ενίσχυσης του ευρώ». Σημειωτέον ότι το ερευνητικό οικονομικό ινστιτούτο HWWA αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή του για ανάπτυξη της Γερμανίας το 2004, περιορίζοντάς την στο 1,5% από το 1,7% που είχε προβλέψει τον Δεκέμβριο.