ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέος εθνικός στόχος η Παιδεία

Μια κινεζική παροιμία λέει: Εάν θέλεις να δουλέψεις για ένα χρόνο σπείρε σιτάρι, εάν θέλεις να δουλέψεις για δέκα χρόνια φύτεψε ένα δένδρο και εάν θέλεις να δουλέψεις για τριάντα χρόνια εκπαίδευσε ανθρώπους. Στη σημερινή εποχή της γνώσης, της εξειδίκευσης, της επιδεξιότητας και των καινοτομιών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το μέλλον της ελληνικής οικονομίας θα κριθεί από την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, λένε οι άνθρωποι των μεγάλων επιχειρήσεων που παρακολουθούν στενά τις διεθνείς εξελίξεις.

Η στάθμη της παιδείας είναι το κρισιμότερο ίσως θέμα για την προσέλκυση των ξένων επενδύσεων και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας? περί αυτού δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τις οικονομίες του κόσμου και της ταχύτητας που ζούμε σήμερα, αλλά δυστυχώς το επίπεδο της μέσης και της ανώτατης παιδείας στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά μειονεκτικό και επ’ ουδενί δεν μπορεί να σταθεί στις υψηλές απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Για πάρα πολλά χρόνια, ο τομέας της παιδείας υπέστη συστηματική απαξίωση, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να είναι σήμερα πολύ φτωχή από πλευράς ανθρώπινου κεφαλαίου, τονίζουν οι ίδιοι άνθρωποι.

Η ποιότητα της υποδομής για την παραγωγή ικανού ανθρώπινου κεφαλαίου, είναι σήμερα σημαντικότερο θέμα από την ανάγκη για την υποδομή σχηματισμού φυσικού κεφαλαίου, με δεδομένες τις μεγάλες εισροές οικονομικών πόρων από την Ευρωπαϊκή Ενωση. H παιδεία είναι η άμεση προτεραιότητα, λένε οι έξυπνοι επιχειρηματίες και από αυτήν την άποψη είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι και οι δύο αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία, ο κ. Γ. Παπανδρέου και ο κ. K. Καραμανλής, έχουν συνειδητοποιήσει απόλυτα, όπως φαίνεται, αυτόν τον εθνικό στόχο.

Οι αλλαγές εκτιμάται ότι θα πρέπει να είναι άμεσες και σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις:

Το πρώτο θέμα είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ενός νέου συστήματος επιλογής και εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Το σημερινό σύστημα, κατά πρώτο λόγο ευνουχίζει τη μέση εκπαίδευση, η οποία είναι προσανατολισμένη σε μια μονολιθική και άγονη προπόνηση για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Θα πρέπει αντιθέτως να προετοιμάζει περισσότερο τον νέο στη βάση μιας γερής γενικής μόρφωσης και της πρόγευσης των επιστημών. Μόνο έτσι μπορεί η εκπαίδευση των νέων να απελευθερωθεί από το σημερινό πάρεργο και να αποκτήσει πνοή, να διαμορφώσει δυνάμει προσωπικότητες που θα μπορέσουν να αποκτήσουν στη συνέχεια δεξιότητες. Κατά δεύτερο λόγο το σύστημα αυτό παράγει αναξιοπιστία, αφού αποδεικνύεται ότι οδηγεί σε αδιέξοδα και για την παραδοχή αυτή στην κοινωνία όλες οι κυβερνήσεις προσπαθούν κάθε φορά να το αλλάξουν με μικρο-μεταρρυθμίσεις.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ότι θα πρέπει να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο των πανεπιστημίων. Θα πρέπει να υπάρξει ένα σύστημα πιο ανταγωνιστικό, το οποίο θα διευκολύνει την απαραίτητη αναβάθμιση της ανωτάτης παιδείας στην Ελλάδα. H απαγόρευση που ισχύει σήμερα για τα ανεξάρτητα και αυτοδιοικούμενα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, θα πρέπει αναμφίβολα να αρθεί για να απελευθερωθούν σημαντικές δυνάμεις, οι οποίες θα αλλάξουν πραγματικά το τοπίο της γνώσης και της επιστημονικής κατάρτισης στην Ελλάδα. Δεν μιλάει κανείς για ιδωτικά πανεπιστήμια, τα οποία σχεδόν πουθενά άλλωστε δεν ευδοκιμούν ως θεσμός υψηλής μάθησης και κουλτούρας. Για ανεξάρτητα και πολλαπλώς χρηματοδοτούμενα Ιδρύματα -υπό τον έλεγχο και τους κανόνες της πολιτείας- γίνεται λόγος, τα οποία θα λειτουργούν και θα κρίνονται με γνώμονα την προαγωγή του κύρους των τίτλων τους στην κοινωνία και την αγορά. Μια τέτοια εξέλιξη, εκτιμάται ότι μπορεί να επιτύχει τον στόχο της διαμόρφωσης ικανών νέων ανθρώπων για την ανάπτυξη της οικονομίας, φρέσκων και ανήσυχων μυαλών που θα μπορούν να ενταχθούν στην έρευνα, να παράγουν καινούργιες ιδέες, να ανταποκριθούν στις συνθήκες των αλλαγών της τεχνολογίας, να επιβάλουν καινοτομίες.

Τρίτο ζήτημα είναι το θέμα της επιλογής των φοιτητών από τα ίδια τα πανεπιστήμια, ένα θέμα που άνοιξε κάπως ανορθόδοξα στην αρχή της προεκλογικής περιόδου. Είναι σημαντικό ωστόσο, διότι διαμορφώνει άλλα δεδομένα για το δρόμο που επιλέγουν οι φοιτητές, για τα στάνταρ που πρέπει να θέτουν τα ίδια τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά και για το σύστημα παραγωγής γνώσεων και αξιών που είναι το ζητούμενο. Μην ξεχνάμε ότι ο κύριος εργοδότης των αποφοίτων των ελληνικών πανεπιστημίων δεν είναι πια το παχύδερμο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό κράτος, αλλά οι μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται ανοικτές σήμερα στις πρωτοφανείς διεθνείς μεταβολές και στον σκληρό ανταγωνισμό του κόστους και της ποιότητας σε παγκόσμιο φυσικά επίπεδο.