ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πολεμικό κλίμα στο πεδίο των τιμών του πετρελαίου

Η απόφαση του Οργανισμού Πετρελαιο-Εξαγωγικών Κρατών (ΟΠΕΚ), πριν από δύο εβδομάδες, για άμεση και σημαντική μείωση της παραγωγής του δημιούργησε όπως ήταν φυσικό ανησυχίες για μια απότομη αύξηση στις διεθνείς τιμές. Τα κράτη-μέλη του ΟΠΕΚ ευθύνονται σήμερα μόνο για το 34% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής, αλλά ο ρόλος τους είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση των διεθνών τιμών, αφού ο ΟΠΕΚ έχει κατορθώσει να κρατήσει σε μεγάλο βαθμό τη συνοχή του δρώντας ως ένα γνήσιο καρτέλ.

Η απόφαση του ΟΠΕΚ είναι διττή, από την άποψη ότι ο οργανισμός προχωρεί σε μια συνολική μείωση της παραγωγής του κατά 10% μέχρι τις αρχές Απριλίου -η δεύτερη μείωση σε λιγότερο από 4 μήνες- ενώ παράλληλα αποφασίστηκε η άμεση πειθάρχηση των κρατών-μελών στις ποσοστώσεις που είχαν συμφωνηθεί τον περασμένο Νοέμβριο (βλέπε πίνακα) και αφορούσαν μείωση της παραγωγής κατά 900.000 βαρέλια/ημέρα, στα 25,5 εκ. βαρ./ημ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μειώνεται άμεσα η παραγωγή κατά 1,5 εκ. βαρ./ημέρα, ενώ μέχρι τις αρχές Απριλίου θα έχουν αφαιρεθεί ακόμα 950.000 βαρ./ημέρα από τη διεθνή αγορά, δημιουργώντας έτσι μία σημαντική πίεση στην προσφορά του αργού.

Ανοδικές τιμές

Ηδη, την προπερασμένη εβδομάδα, οι τιμές στο NYMEX της Ν. Υόρκης για παραδόσεις Μαρτίου έφθασαν στα 34,2 δολ. το βαρέλι, ενώ στο ΙΡΕ του Λονδίνου για ποικιλία Brent, για φορτία Μαρτίου, κλείστηκαν συμβόλαια στα 31,5 δολ./βαρέλι. Παρά το γεγονός ότι οι τιμές έκτοτε έδειξαν μια μικρή υποχώρηση αναλυτές της αγοράς ομιλούν για άνοδο των τιμών πάνω από τα 35 δολ. το βαρέλι τις αμέσως επόμενες εβδομάδες χωρίς απαραιτήτως να προεξοφλούν μετάβαση στο ανώτερο πλαφόν των 40 δολαρίων. Οι ίδιοι αναλυτές παρατηρούν ότι η απόφαση του ΟΠΕΚ δεν εξέπληξε απόλυτα την αγορά καθ’ ότι ήταν γνωστό εδώ και αρκετό καιρό ότι πολλά από τα κράτη-μέλη «έκλεβαν», με την έννοια ότι η παραγωγή τους ήτο σαφώς μεγαλύτερη από την ποσόστωση, στην προσπάθειά τους να μεγιστοποιήσουν τις απολαβές τους κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου όπου οι ανάγκες των καταναλωτών του βορείου ημισφαιρίου είναι αυξημένες.

Σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Πετρελαίων της Σαουδικής Αραβίας κ. Αλί Ναΐμι, οι διεθνείς τιμές μπορεί τώρα να εμφανίζονται υψηλές, αλλά κανείς δεν γνωρίζει πώς θα διαμορφωθούν τους επόμενους μήνες μέχρι τον Ιούνιο. «Δεν θα θέλαμε να βρεθούμε ξανά», τονίζει ο κ. Ναΐμι, «στη δυσάρεστη θέση όπως το 1998 όταν οι τιμές κατέρρευσαν στα 10 δολάρια το βαρέλι». «Η απόφαση αυτή του ΟΠΕΚ αποτελεί μια καθαρά προληπτική δράση ώστε να διαφυλαχθεί το εύρος των τιμών -μεταξύ 22 και 28 δολ./βαρ.- που έχει αποφασίσει ως οργανισμός ότι θα πρέπει να ισχύουν στις αγορές», δηλώνει ο υπουργός Ενέργειας των Εμιράτων κ. Σαΐφ αλ Νασίρι. Βέβαια τέτοιες θέσεις προκαλούν απορία στις αγορές για το πώς, αφού οι τιμές του μαύρου χρυσού έχουν κρατηθεί ήδη αρκετά υψηλά ($29-$32 ανά βαρέλι) τους τελευταίους τρεις μήνες, ο ΟΠΕΚ προωθεί τώρα μια πολιτική η οποία είναι βέβαιο ότι θα σπρώξει τις τιμές ακόμα πιο πάνω.

Τα σχέδια του ΟΠΕΚ

Αν και αρκετοί αναλυτές αμφιβάλλουν ότι ο ΟΠΕΚ θα καταφέρει να χειραγωγήσει πλήρως τα μέλη του στα νέα μειωμένα πλαφόν που έχει ορίσει -εξ ου και η ελπίδα ότι δεν θα αυξηθούν άμεσα οι τιμές- εν τούτοις επισημαίνουν ότι η πρόσφατη απόφαση σηματοδοτεί μια νέα τακτική βάσει της οποίας ο οργανισμός θα επιδιώξει πάση θυσία τη διατήρηση υψηλών τιμών από εδώ και στο εξής. Η επίσημη εκδοχή που προβάλλει ο ΟΠΕΚ περί δήθεν προβλεπόμενης κατάρρευσης των τιμών προς το καλοκαίρι, λόγω μειωμένης ζήτησης, δεν πείθει κανέναν. Μία άλλη, επίσης παράξενη δικαιολογία που προβάλλει τελευταία μετ’ επιτάσεως η κυβέρνηση του Ριάντ, είναι ότι επιθυμεί μέσω των υψηλών τιμών να κρατήσει τα αποθέματα των καταναλωτριών χωρών (σήμερα σε επίπεδα 90 ημερών με προοπτική αύξησής τους στις 120 ημέρες) σε χαμηλά επίπεδα, ενώ παράλληλα να αναδειχθεί ο εγγυητής της απρόσκοπτης ροής πετρελαίου προς αυτές. Ονειρο του υπουργού Πετρελαίου της Σ. Αραβίας, όπως λέει, είναι να καταστεί η χώρα του κάτι σαν παγκόσμια κεντρική τράπεζα πετρελαίου. Στην πραγματικότητα όμως πίσω από τις επίσημες δηλώσεις κρύβεται ένα σχέδιο ελεγχόμενου οικονομικού πολέμου, που στόχο έχει:

(α) Την αύξηση των εισόδων των κρατών του Κόλπου, το εξωτερικό χρέος των οποίων έχει αυξηθεί επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια, χρηματοδοτώντας μεταξύ άλλων πανάκριβα αμυντικά συστήματα που υποχρεώνονται να αγοράζουν από αμερικανικές εταιρείες.

(β) Τη μακρόχρονη εξασφάλιση των αποθεμάτων πετρελαίου, τα οποία με τους σημερινούς ρυθμούς παραγωγής θα έχουν εξαντληθεί σε 40 χρόνια. Παράλληλα, οι υψηλές τιμές εξασφαλίζουν κίνητρα για κλιμάκωση των ερευνών για την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, η ηγεσία του ΟΠΕΚ τους τελευταίους μήνες προέβη σε μια πλήρη αναθεώρηση των δεδομένων λειτουργίας της αγοράς, βασικό συμπέρασμα της οποίας είναι ότι η διεθνής οικονομία αντέχει τιμές άνω των 30 δολ. το βαρέλι, χωρίς να κινδυνεύει η αναπτυξιακή της προοπτική. Σύμφωνα με τις ανωτέρω πληροφορίες ο ΟΠΕΚ επιθυμεί επίσης να στείλει ταυτόχρονα ένα ηχηρό μήνυμα στην ηγεσία των ΗΠΑ, ότι διαθέτει τα μέσα και μπορεί ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσει πρόβλημα στην ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας.

Η Σαουδική Αραβία

Επειδή ο βασικός παίκτης του ΟΠΕΚ παραμένει η Σαουδική Αραβία, η οποία συνεισφέρει το 25%+ της παραγωγής του οργανισμού και το 10% της παγκόσμιας παραγωγής (η οποία έχει σχεδόν φθάσει τα 78.5 εκ. βαρ./ημέρα) και είναι η μόνη χώρα με τη δυνατότητα άμεσης αυξομείωσης της παραγωγής της, το μήνυμα είναι εύληπτο και πιστευτό. Η ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, συνεπικουρούμενη από τα άλλα μέλη του ΟΠΕΚ, φαίνεται ότι είναι αποφασισμένη να ανεβάσει τον πήχη της διένεξής της με την Ουάσιγκτον, επιλέγοντας να ακολουθήσει την τακτική μιας κλιμακούμενης έντασης στο επίπεδο των τιμών του πετρελαίου, αμυνόμενη για τη διαρκώς αυξανόμενη ανάμειξη των ΗΠΑ στη διακυβέρνηση της χώρας και γνωρίζοντας καλά ότι ο επόμενος στρατιωτικός στόχος, στον αέναο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που έχει εξαπολύσει ο πρόεδρος Μπους ο νεώτερος, είναι αυτό το ίδιο το βασίλειο των Σαούντ. Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η Σ. Αραβία είναι άκρως ενοχλημένη από την άνευ όρων συνεχιζόμενη (υπό την πίεση του εβραϊκού λόμπι) υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ προς το Ισραήλ.

Η απόφαση του ΟΠΕΚ, σαφώς υποκινούμενη και υποστηριζόμενη έμπρακτα από τη Σ. Αραβία, περικλείει ακόμα ένα κρυφό μήνυμα, το οποίο απευθύνεται προς το εσωτερικό της άγνωστης στη Δύση αυτής χώρας.

Η βασιλική οικογένεια (των 5.000 πριγκίπων και των 500 παλατιών), διαισθανόμενη ότι απειλείται από τους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές και επιθυμώντας να συναντήσει κάπου στη μέση τις απαιτήσεις τους, είναι εκ των πραγμάτων πιεσμένη να αυξήσει τις τιμές του μαύρου χρυσού.

Εάν τελικά επιβιώσει το σημερινό καθεστώς και δεν ανατραπεί από τους φονταμενταλιστές Γουαχαμπίτες, θα υπάρξει μια σταδιακή μετάβαση σ’ ένα πλαφόν υψηλών τιμών που πολλοί αναλυτές το τοποθετούν στα 35-40 δολ./βαρέλι. Εάν όμως ανατραπεί ο βασιλικός οίκος των Σαούντ από δυνάμεις φίλα προσκείμενες στην Αλ Κάιντα, τότε θα υπάρξει ρήξη με τη Δύση και εμπάργκο στις εξαγωγές για ένα διάστημα, με αποτέλεσμα οι τιμές να εκτιναχθούν στα ύψη. Σύμφωνα με πραγματεία περί πετρελαίου γραμμένη σε ανύποπτο χρόνο, πολύ πριν από τις 11/9/2001, από τον ίδιο τον Μπιν Λάντεν, οποιαδήποτε τιμή κάτω από τα 140 δολ./βαρέλι αποτελεί ληστεία εις βάρος του λαού της Σ. Αραβίας! Ο Μπιν Λάντεν είχε επίσης υπολογίσει, τότε, ότι οι ΗΠΑ χρωστούν στον αραβικό κόσμο 36 τρισεκατ. δολ., ποσό που τώρα πρέπει να υπερβαίνει τα 50 τρισεκατ. δολ.

Ζητούμενο για την Ελλάδα η μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο

Καθώς εισερχόμεθα σε μια περίοδο υψηλών τιμών πετρελαίου, οι επιπτώσεις για την εθνική οικονομία και τον καταναλωτή αναμένονται να είναι σοβαρές, όχι όμως τόσο οξείες όσο στο παρελθόν, όταν οι ανατιμήσεις ενός ή δύο δολαρίων ήσαν αρκετές για να δημιουργήσουν κύμα ανατιμήσεων στην αγορά. Οι λόγοι έχουν να κάνουν κυρίως με το δυνατό ευρώ, αλλά και τη σχετικά μειωμένη εξάρτηση της χώρας από το πετρέλαιο στην παραγωγική διαδικασία? π.χ. η χρήση του πετρελαίου έχει μειωθεί στο ελάχιστο στην ηλεκτροπαραγωγή, εγκαταλείπεται σταδιακά στη βιομηχανία και στις εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες στρέφονται πλέον στο φυσικό αέριο, ενώ σύντομα αναμένεται ότι θα μειωθεί η κατανάλωσή του και στον οικιακό τομέα, ο οποίος στρέφεται και αυτός στο αέριο. Αντιθέτως έχει αυξηθεί υπέρμετρα η κατανάλωση στις μεταφορές σαν αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και την αύξηση του αριθμού των κυκλοφορούντων οχημάτων.

Το 2,3% του ΑΕΠ: Η χώρα εισάγει σήμερα περί τα 20 εκατομ. τόνους πετρελαίου τον χρόνο, που ισοδυναμούν σε 395.000 βαρ./ημέρα, ενώ η συνολική ενεργειακή κατανάλωση της χώρας εξαρτάται κατά 70% από το πετρέλαιο. Με μια ελάχιστη πλέον εγχώρια παραγωγή περίπου 4.000 βαρ./ημέρα από το κοίτασμα του Πρίνου, η εξάρτηση από το εισαγόμενο πετρέλαιο είναι απόλυτη. Για εισαγωγές πετρελαίου η Ελλάδα πλήρωσε πέρυσι περί τα 3,4 δισεκ. ευρώ (δηλ. 4,0 δισεκ. δολ.) που αντιστοιχεί στο 18,5% του ελλειμματικού, έτσι και αλλιώς, εμπορικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, και του 2,3% του ΑΕΠ. Τα νούμερα αυτά καταδεικνύουν τον κεντρικό ρόλο του εισαγόμενου πετρελαίου στην οικονομία της χώρας. Ενας ρόλος που πρόκειται σύντομα να αναδειχθεί σε πρωταγωνιστικό, καθώς η τιμή του αργού θα αρχίσει μια αργή αλλά σταθερή πορεία προς τα άνω.

Εάν το πετρέλαιο ανέβει στα 35 δολ./βαρέλι και με την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου στα σημερινά επίπεδα, δηλ. 1=1,2 δολ., τότε θα ομιλούμε για ετήσιες εκροές 5,0 δισεκ. δολ. για την προμήθεια αργού με ό,τι αυτό συνεπάγεται από πλευράς επιβάρυνσης του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Η όποια κυβέρνηση θα αναγκασθεί να δανεισθεί ακόμα περισσότερα χρήματα σε μία περίοδο όπου οι εξαγωγές της χώρας είναι σχεδόν στάσιμες, ενώ αυξάνονται διαρκώς οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών για να κατευνάσουν τον άκρατο καταναλωτισμό των νεοελλήλων.

Εναλλακτικές πηγές: Με τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη και με την εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα καύσιμα να αυξάνεται σε καθημερινή βάση -εκτός του πετρελαίου υπάρχει και το φυσικό αέριο- μένει ν’ αποδειχθεί εάν οι κυβερνώντες, ιδιαίτερα το κόμμα που θα κληθεί να διαχειρισθεί τις τύχες της χώρας μετά την 7η Μαρτίου, θα συνετισθούν και θα λάβουν αποτελεσματικά μέτρα με κύριο στόχο τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας. Σύμφωνα με ειδικούς, τα μέτρα αυτά πρέπει να κινηθούν πάνω σε δύο βασικούς άξονες:

(α) Την εξοικονόμηση ενέργειας σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής, (β) την ανάπτυξη και αξιοποίηση στο μέγιστο βαθμό των εγχώριων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων αλλά και των όχι ευκαταφρόνητων εγχωρίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Ομως ουδένα από τα δύο κόμματα έχει μέχρι στιγμής καταθέσει λεπτομερείς και ξεκάθαρες προτάσεις προς την ανωτέρω κατεύθυνση, γεγονός που δημιουργεί τεράστιες ανησυχίες.