ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εκστρατεία γα τη διατήρηση του γοήτρου της ιταλικής κλωστοϋφαντουργίας

Οταν αγοράζει κανείς ρούχα ή αξεσουάρ ευρωπαϊκού οίκου έχει συνηθίσει να βλέπει ότι στην ετικέτα αναγράφεται συχνά-πυκνά ως χώρα κατασκευής του αντικειμένου η Κίνα ή το Πακιστάν. Ωστόσο, το θέμα αυτό εγείρει σοβαρότατα ερωτήματα επιβίωσης αλλά και γοήτρου για τις επιχειρήσεις της γειτονικής Ιταλίας, η οποία ειδικά στην κλωστοϋφαντουργία έχει μία μακρά και αδιαμφισβήτητα λαμπρή παράδοση. H εταιρεία Mantero κατασκευάζει ρούχα και αξεσουάρ για λογαριασμό των οίκων Ferragamo και Gucci, καθώς και πολλών άλλων. Τα προϊόντα της φέρουν τη σφραγίδα της ποιότητας και της κομψότητας, η οποία δεν μπορεί εύκολα να βρεθεί εκτός Ιταλίας. «Εάν επρόκειτο απλώς και μόνο για το πάτημα ενός κουμπιού σε μια μηχανή, ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει», υπογραμμίζει ο Κάρλο Μαντέρο, διευθυντής της εταιρείας στο τμήμα της καινοτομίας, αναφερόμενος στην κατασκευή λεπτεπίλεπτων ενδυμάτων.

Ωστόσο, αν και η χώρα διατηρεί την παγκόσμια πρωτοπορία της στα πολυτελή είδη ένδυσης και τα αξεσουάρ, μεγάλο μέρος της κλωστοϋφαντουργίας της έχει μετακινηθεί στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία και στη Βόρειο Αφρική, όπου τα εργατικά χέρια κοστίζουν λιγότερο. H ανατροπή αυτή έχει θορυβήσει τις αντίστοιχες εταιρείες, οι οποίες καλούνται να προπαγανδίσουν την ιδέα ότι αυτό που φτιάχνεται στην Ιταλία, δεν μπορεί να αντιγραφεί από κανέναν. H εκστρατεία, που οργανώνεται ολοένα και πιο δυναμικά, δεν βασίζεται απλώς και μόνο στην παραδοχή της σημασίας που έχει η κλωστοϋφαντουργία για την ιταλική οικονομία. Εχει να κάνει και με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και του γοήτρου της ιταλικής μόδας, όπως το αντιλαμβάνονται και το προβάλλουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και στελέχη επιχειρήσεων. «H κλωστοϋφαντουργία συνδέεται άρρηκτα με τη χώρα μας, είναι κάτι παραδοσιακά ιταλικό», υποστηρίζει ο Μάριο Φουρλάν, εκπρόσωπος της ένωσης κλωστοϋφαντουργιών Σύστημα Ιταλικής Μόδας. «Μας χαρακτηρίζει μία αίσθηση κομψότητας και ευζωίας και αυτό αποδεικνύεται από την ιστορία μας. Δεν απαντάται ούτε στην Κίνα ούτε στην Τουρκία και ούτε καν στις ΗΠΑ».

Οι ραγδαίες αλλαγές στην παγκοσμιοποίηση της ένδυσης αποτυπώνονται στα πεπραγμένα της εταιρείας Mantero και πολλών άλλων ιταλικών. Το 2003 τα μεικτά έσοδά της μειώθηκαν κατά 30% έναντι των αντιστοίχων προ δεκαετίας. Τότε απασχολούσε 1.150 άτομα και σήμερα εννιακόσια πενήντα. H Benetton, πάλι, αναθέτει την κατασκευή των προϊόντων της σε εργάτες στην Κροατία, στην Ινδία και στην Τουρκία, ενώ η Marzotto, στην οποία ανήκει το 51% του Hugo Boss και το 100% του Valentino, κρατάει στην Ιταλία όλη τη δραστηριότητα, που αφορά τα υψηλής ποιότητας ενδύματα και αντικείμενα. H βασική παραγωγή των ρούχων της, όμως, διεκεπεραιώνεται σε άλλες χώρες με φθηνότερα εργατικά. Στην Κίνα, λόγου χάριν, οι εργάτες κερδίζουν 2 δολάρια την ώρα, έναντι 16 δολαρίων των Ιταλών συναδέλφων τους. Βέβαια, ο κλάδος εν γένει επλήγη την τελευταία τριετία και από την κάμψη της διεθνούς οικονομίας.

Το χειρότερο, πάντως, έχει περάσει κι ενώ τα κατώτερης και μέσης ποιότητας προϊόντα φτιάχνονται σε άλλες χώρες, η κατασκευή όσων απευθύνονται στους εύπορους πελάτες με τα εκλεπτυσμένα γούστα παραμένει ευλαβικά εντός Ιταλίας. Οι εταιρείες ασκούν πιέσεις να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση για την υποχρεωτική αναγραφή στην ετικέτα της προέλευσης ενδυμάτων και αξεσουάρ. «Πρέπει να αντιληφθούμε τι είναι ουσιαστικό για τους οίκους υψηλής ραπτικής», σημειώνει εν κατακλείδι ο Μόριτζ Μοντέρο. «Το να χρησιμοποιήσουμε τη νέα τεχνολογία, να ερευνήσουμε τα νέα υλικά και να εγγυηθούμε στους σχεδιαστές ότι πολύ γρήγορα θα λάβουν δείγματα της δουλειάς, που μας έχουν παραγγείλει, αποδεικνύει ότι πρέπει η παραγωγή αυτή να μείνει εντός συνόρων».