ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΝΑΛΥΣΗ EFG EUROBANK ERGASIAS ECONOMIC RESEARCH

Οι επιπτώσεις του τυφώνα «Κατρίνα» στον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας των ΗΠΑ και στη νομισματική πολιτική της Fed αποτελεί το κύριο θέμα συζήτησης των τελευταίων ημερών, με την αγορά να αναρωτιέται εάν τελικά η κεντρική τράπεζα υποχρεωθεί να ολοκληρώσει τον κύκλο αύξησης των επιτοκίων συντομότερα από όσο εκτιμούσε αρχικά. Ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ κ. Snow ανέφερε στις αρχές της εβδομάδας ότι ο τυφώνας θα περιορίσει το ΑΕΠ για το υπόλοιπο του 2005 κατά 0,5% ενώ ο επικεφαλής οικονομολόγος της Fed τόνισε ότι οι επιδράσεις της «Κατρίνα» θα είναι πιθανότητα προσωρινές και δεν θα έχουν ιδιαίτερες επιπτώσεις στην επιτοκιακή πολιτική της Fed. Αναμφισβήτητα, ο τυφώνας θα επιδράσει αρνητικά στην πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες, δεδομένου ότι οι οικονομίες των περιοχών που έχουν πληγεί αντιστοιχούν στο 2,0% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο κίνδυνος ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου και του υψηλότερου κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, ενδεχόμενο που προβληματίζει έντονα τους αξιωματούχους της Fed, όπως άλλωστε ισχυρίστηκε η Wall Street Journal στην ημερήσια έκδοση της Τετάρτης. Οι ανησυχίες αυτές επιβεβαιώθηκαν από τον αξιωματούχο της Fed κ. Moskow την ίδια ημέρα, ο οποίος ανέφερε σε επίσημη ομιλία ότι ο κίνδυνος ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων είναι εντονότερος τώρα από ό,τι ένα χρόνο νωρίτερα, δεδομένου ότι η οικονομία χρησιμοποιεί ήδη σχεδόν όλο το διαθέσιμο παραγωγικό δυναμικό που διαθέτει. Ο κ. Moskow σημείωσε ότι ο δομικός δείκτης πληθωρισμού βρίσκεται ήδη κοντά στο άνω άκρο του διαστήματος που θεωρεί ο ίδιος ως κατάλληλο για τη διατήρηση των συνθηκών σταθερότητας τιμών, τονίζοντας την ανάγκη, η Fed να συνεχίσει να εφαρμόζει τη νομισματική πολιτική που στοχεύει στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Οι δηλώσεις αυτές καθώς και τα σχόλια της προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Fed στο San Francisco, κ. Yellen, την επόμενη ημέρα ότι η Τράπεζα είναι και θα πρέπει να παραμείνει δεσμευμένη για τη διατήρηση των συνθηκών σταθερότητας τιμών, κάνουν σαφές ότι η Τράπεζα συνεχίζει να εστιάζει την προσοχή της στον κίνδυνο αύξησης των πληθωριστικών πιέσεων κυρίως λόγω πετρελαίου, με την προθεσμιακή αγορά να προεξοφλεί τώρα με πιθανότητα περίπου 75% το ενδεχόμενο νέας αύξησης 25μβ στα επιτόκια στη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου έναντι 65%, λίγες ημέρες νωρίτερα. Εντούτοις, η αγορά παραμένει αβέβαιη για την περαιτέρω πορεία των επιτοκίων, η οποία θα επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό από τις τιμές του πετρελαίου και τις ανακοινώσεις των αμερικανικών στοιχείων τις επόμενες εβδομάδες/μήνες, τα οποία θα καλύπτουν τη χρονική περίοδο μετά τον τυφώνα.

Στην Ευρωζώνη, τα περιθώρια αισιοδοξίας για σημαντική ενίσχυση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας παραμένουν περιορισμένα δεδομένων των υψηλών τιμών του πετρελαίου και της υποτονικής εσωτερικής ζήτησης, εξελίξεις που υποδηλώνουν ότι το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων στην Ευρωζώνη στο εγγύς μέλλον παραμένει μακρινό. Ο κ. Trichet ανέφερε άλλωστε στη συνέντευξη Τύπου την προηγούμενη ότι τα τρέχοντα επίπεδα των επιτοκίων είναι τα κατάλληλα, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι η Τράπεζα δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τη στάση αναμονής εφόσον οι τιμές του πετρελαίου δεν προκαλούν δευτερογενείς επιδράσεις στον πληθωρισμό. Εντούτοις, όπως ανέφερε η Τράπεζα στη μηνιαία οικονομική έκθεση που δημοσίευσε την προηγούμενη εβδομάδα, παραμένει σε επαγρύπνηση για το ενδεχόμενο εντονότερων πληθωριστικών πιέσεων λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου, επαναλαμβάνοντας όμως ότι τα τωρινά επιτόκια βρίσκονται στα κατάλληλα επίπεδα. Η ΕΚΤ αναθεώρησε πτωτικά τις προβλέψεις της για τα ΑΕΠ 2005 και 2006 την προηγούμενη εβδομάδα στο 1,3% και 1,8% αντίστοιχα από 1,4% και 2,0% προηγουμένως, ενώ αναμένει τώρα τον δείκτη τιμών καταναλωτή να ανέλθει στο 2,2% το 2005 από 2,0% και στο 1,9% το επόμενο έτος από 1,5%.

Ανησυχία για τις επιπτώσεις των τιμών του πετρελαίου στον πληθωρισμό εκφράστηκαν πρόσφατα και από τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας, ΒοΕ, κ. King, o οποίος είχε προτείνει στην προηγούμενη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής τον Αύγουστο τη διατήρηση αμετάβλητων επιτοκίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΒοΕ προχώρησε σε μείωση των επιτοκίων τον προηγούμενο μήνα για πρώτη φορά τα τελευταία δύο χρόνια, πρόταση που υποστηρίχθηκε από πέντε μέλη της επιτροπής έναντι τεσσάρων που είχαν προτείνει σταθερά επιτόκια. Μαζί με τη μειοψηφία τάχθηκε και ο διοικητής της Τράπεζας, κάτι το οποίο συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία της ΒοΕ, κυρίως λόγω της ανησυχίας για το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου του δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος βρίσκεται ήδη στο υψηλότερο επίπεδο από το 1977.

Στις αγορές συναλλάγματος, νομίσματα χωρών-παραγωγών πρώτων υλών και πετρελαίου, όπως Καναδάς και Νορβηγία, παραμένουν ενισχυμένα ενώ το δολάριο κατάφερε να καταγράψει κάποια κέρδη τις τελευταίες ημέρες μετά την πτώση στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων μηνών στις αρχές της εβδομάδας, έχοντας δεχθεί πιέσεις από το ενδεχόμενο η Fed να ολοκληρώσει τον κύκλο αύξησης των επιτοκίων νωρίτερα από όσο εκτιμούσε αρχικά. Η ισοτιμία ευρώ/δολ. κυμαινόταν κοντά στο 1,2415 νωρίς στην Ευρώπη την Παρασκευή ύστερα από πτώση στο 1,2373 λίγες ώρες νωρίτερα στην Ασία, παραμένοντας όμως χαμηλότερα από το 1,2589 στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας. Η ισοτιμία δολ./γιεν διαπραγματευόταν στο 110,60 έπειτα από πτώση στο 108,73 τη Δευτέρα.