ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H απομυθοποίηση της Κίνας

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ανησυχούν μόνο για τις διμερείς εμπορικές τους σχέσεις με την Κίνα λόγω διογκούμενου εμπορικού πλεονάσματος της δεύτερης, λόγω του νομίσματός της και της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά και για την επιθετική διεθνή πολιτική εξάπλωσης των κινεζικών ομίλων.

Στην Ουάσιγκτον η προσφορά των 18,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων της κινεζικής CNOOC για την αμερικανική πετρελαιοπαραγωγική εταιρεία Unocal έλαβε διαστάσεις όχι ως μια εμπορική συμφωνία, αλλά ως μια υφαρπαγή στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων των ΗΠΑ με κινεζικά κρατικά κονδύλια. Προκλήθηκε τόσο έντονη πολιτική αντίδραση, ώστε οι Κινέζοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν την προσφορά τους.

Διοχετεύουν κεφάλαια

Προσφάτως το FBI ξεκίνησε έρευνα για να αποκαλύψει την οικονομική κατασκοπεία από επισκέπτες Κινέζους φοιτητές και επιχειρηματίες, ενώ ο Δημοκρατικός Ρίτσαρντ Νταμάτο, μέλος του Κογκρέσου και πρόεδρος της Επιτροπής Ασφάλειας και Οικονομικής Αναθεώρησης ΗΠΑ – Κίνας, ανησυχεί ότι οι κινεζικές εισηγμένες στην αμερικανική αγορά εταιρείες διοχετεύουν αμερικανικά κεφάλαια στην κινεζική «φούσκα». Αντίστοιχοι προβληματισμοί για την κινεζική επέκταση εκφράζονται και από την Ινδία.

Οι κινδυνολόγοι ισχυρίζονται πως η Κίνα συνιστά μία αδιαίρετη ενότητα με έναν και μόνο τρόπο σκέψης και ένα κύριο επιτελικό σχέδιο για την ανάκτηση του ρόλου, που δικαίως της αναλογεί, στην κεντρική σκηνή του κόσμου. Ως εκ τούτου οι κινεζικές εταιρείες αποτελούν ακριβώς τα απαραίτητα εργαλεία, που χρειάζεται το κινεζικό δημόσιο για να προωθήσει την επεκτατική του πολιτική το Πεκίνο.

Σαφώς και η κινεζική κυβέρνηση θέλει να δημιουργήσει διεθνώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και προωθεί ορισμένες προς αυτήν την κατεύθυνση, ώστε να διασφαλίσει πέραν των συνόρων της στρατηγικούς πόρους, όπως το πετρέλαιο και τα μέταλλα. Το κράτος εξακολουθεί να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις εταιρείες, αλλά ο χαoτικός τρόπος με τον οποίο αυτή η εξουσία ασκείται, συντείνει στην αδυναμία και όχι στη ρώμη των εν λόγω επιχειρήσεων.

Είκοσι χρόνια μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων έχουν περάσει, και σήμερα πλέον μόνο το ένα τρίτο της κινεζικής οικονομίας παραμένει υπό τον άμεσο έλεγχο της κυβέρνησης, μέσω των κρατικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων (KIE). Εντούτοις, αυτές εστιάζονται σε ζωτικούς τομείς, όπως η άμυνα και ο κλάδος των οργανισμών κοινής ωφελείας. Αν και πολλοί από τους ισχυρούς κρατικούς ομίλους έχουν εισηγμένες θυγατρικές σε διεθνή χρηματιστήρια, η κυβέρνηση είναι η τελική ιδιοκτήτρια – και αυτό χρησιμοποιήθηκε ως αντεπιχείρημα στην CNOOC. Οι κορυφαίες 190 KIE ελέγχονται άμεσα από την Επιτροπή Ελέγχου και Διοίκησης Κρατικής Περιουσίας.

Εσωτερικές διαμάχες

Παρά ταύτα, ακόμα και αυτή η επιχειρηματική ελίτ δεν κατευθύνεται από έναν και μόνο νου. Κοιτάξε τις τηλεπικοινωνίες. H πρώιμη απόφαση για απελευθέρωση του κλάδου με δύο εταιρείες σταθερής και δύο κινητής τηλεφωνίας χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό και ανέδειξε την Κίνα στην τέταρτη μεγαλύτερη αγορά διεθνώς. Σήμερα οι γραφειοκράτες του Πεκίνου απειλούν να ακυρώσουν τα καλά έργα. Θορυβημένοι από τη ραγδαία ανάπτυξη των νέων υπηρεσιών και τον πόλεμο των τιμών, πρόσφατα ανάγκασαν τους επικεφαλής των τεσσάρων επιχειρήσεων να πάρει ο ένας τη δουλειά του άλλου για να αποθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός.

Οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των γραφειοκρατών και μεταξύ αξιωματούχων της κεντρικής κυβέρνησης και των τοπικών κυβερνήσεων επανέρχονται συνέχεια στο επιχειρηματικό τοπίο της Κίνας, κάνουν τη ζωή πολύ δύσκολη ειδικά στον χώρο της ενέργειας, ορισμένοι ξένοι επενδυτές αποσύρονται αηδιασμένοι και σημειώνονται ελλείψεις στην παροχή. Ανάλογη απογοήτευση δοκιμάζουν και οι ξένοι επενδυτές στα MME, όπου οι υπεσχημένες προ διετίας κοινοπραξίες, ξαφνικά βρέθηκαν εκτός προγραμματισμού.

Η αντίθεση με την Ιαπωνία είναι κάτι παραπάνω από εξόφθαλμη. H ιαπωνική κυβέρνηση δεν ελέγχει τόσο άμεσα τις εταιρείες, αλλά οι αξιωματούχοι της συντονίζουν την εσωτερική ανάπτυξη, προτού επιλέξουν τους κλάδους προς υπεράκτια επέκταση.

Δυστυχώς, το χάος της Κίνας πλήττει και τα υπόλοιπα πολλά υποσχόμενα δύο τρίτα της οικονομίας, που ανήκουν σε ιδιώτες. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις συχνά ζητούν πιστώσεις από κρατικές τράπεζες, επενδύσεις, χάρες και συμβόλαια από τοπικούς παράγοντες. Οπως επισημαίνει ο καθηγητής του MIT, Γιάσενγκ Χουάνγκ, «αφ’ ης στιγμής μια εταιρεία επιτύχει, τότε οι μέχρι πρότινος απαθείς μέτοχοι-εκπρόσωποι του κράτους σπεύδουν να αναμειχθούν στη διοίκησή της και συνήθως τη φέρνουν στο χείλος της καταστροφής».

Κάτι τέτοιο υπάρχει κίνδυνος να συμβεί με την κορυφαία κατασκευάστρια ηλεκτρικών οικιακών συσκευών Haier, η οποία προσφάτως αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να εξασφαλίσει την αμερικανική Maytag. H Haier έχει συγκεντρώσει διεθνώς εύσημα για την αποδοτικότητα και την καινοτομία της και είναι τo δημιούργημα του διασημότερoυ Κινέζου επιχειρηματία Ζαν Ρουιμίν, O κ. Ρουιμίν μεταμόρφωσε κυριολεκτικά μια απαξιωμένη εταιρεία σε διαμάντι, στην οποία οι εργαζόμενοί της συνήθιζαν στο παρελθόν να ουρούν μέσα στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου.

Πίσω από όλα αυτά, πάντως, ο πραγματικός φόβος για την επέκταση της Κίνας δεν είναι ο αρχικώς διατυπωθείς αλλά ετούτος: δεδομένου ότι οι κινεζικές εταιρείες αναπτύχθηκαν σε περιβάλλον χαoτικό και παράλογο, ίσως εξαγάγουν αυτές τις κακές τους συνήθειες και όταν αγοράσουν ξένες εταιρείες.