ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τουρκία: βέτο για σύνταξη στα 65

Βέτο προέβαλε χθες ο πρόεδρος της Τουρκίας, Αχμέτ Νετζέτ Σεζέρ, στο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας, το οποίο έχει καταρτισθεί βάσει των επιταγών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Οπως υποστήριξε ο κ. Σεζέρ, το νομοσχέδιο θα επέφερε την περικοπή των ήδη εξαιρετικά χαμηλών συντάξεων που χορηγούνται στην Τουρκία, ενώ το όριο συνταξιοδότησης, των 65 ετών, «είναι πολύ υψηλό», όπως είπε ο ίδιος.

Δάνειο 10 δισ. δολαρίων

Το νομοσχέδιο αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πακέτου μεταρρυθμίσεων για την αναδιάρθρωση και εξυγίανση του προβληματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων της γειτονικής χώρας. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επιδιώκει την υιοθέτησή του από το τουρκικό κοινοβούλιο πριν προχωρήσει στην αξιολόγηση της υλοποίησης των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα, οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για την αποδέσμευση ακόμη μιας δόσης του δανείου, συνολικής αξίας 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο οποίο στηρίζεται η Αγκυρα τα τελευταία χρόνια καθιστώντας παρελθόν την βαθύτατη οικονομική και νομισματική κρίση του 2001.

Αυτή όμως είναι η δεύτερη φορά που ο πρόεδρος Σεζέρ προβάλλει βέτο σε ένα νομοσχέδιο, το οποίο ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές του ΔΝΤ. Ο ίδιος, έδωσε τέλος τον προηγούμενο μήνα σε ένα άλλο σχέδιο νόμου, στο οποίο προβλέπετο η ενοποίηση τριών ασφαλιστικών Ταμείων, με στόχο τη μείωση των ελλειμμάτων τους και την περικοπή των δαπανών τους.

Αναλυτές ανάφεραν χθες στην Αγκυρα ότι τα βέτο του κ. Σεζέρ δεν αναμένεται να εκθέσουν άμεσα σε κίνδυνο τη «συνεργασία» της τουρκικής κυβέρνησης με τον διεθνή Οργανισμό. Ωστόσο, ενδέχεται να επιφέρουν περαιτέρω ένταση στις σχέσεις της κυβέρνησης του Κόμματος για τη Δικαιοσύνη και την Ανάπτυξη, το οποίο στηρίζεται στην ισλαμική παράδοση, με τον πρόεδρο Σεζέρ, θερμό υποστηρικτή του κοσμικού κράτους. Αναλυτές εκτιμούσαν χθες ότι η κυβέρνηση Ερντογάν θα υποβάλει εκ νέου το σχέδιο νόμου στον κ. Σεζέρ προς έγκριση, χωρίς μάλιστα να αλλάξει «ούτε ένα άρθρο». Αν το πράξει, υποστήριζαν, είναι σίγουρο ότι θα δημιουργηθεί ένταση στις σχέσεις των δύο πλευρών.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, και στην περίπτωση αυτή ο κ. Σεζέρ, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας, έχει δικαίωμα να προβάλει άπαξ βέτο για κάθε νομοσχέδιο που του υποβάλλεται. Ομως, ο ίδιος, έχει το δικαίωμα να παραπέμψει το νόμο στο Συνταγματικό Δικαστήριο προς έλεγχο, – αφού θα έχει ψηφισθεί από το κοινοβούλιο χωρίς να έχει υποστεί αλλαγές και αφού θα έχει ήδη προβάλει βέτο αυτή, τη μία φορά που έχει δικαίωμα ως πρόεδρος της χώρας.

Το σχέδιο νόμου προβλέπει τη σταδιακή αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη από τα 58 έως και 60 που ισχύουν σήμερα. Σε ανακοίνωση του γραφείου του προέδρου Σεζέρ αναφέρεται όμως ότι τα 65 έτη αποτελούν υπερβολή ως όριο κατοχύρωσης δικαιώματος συνταξιοδότησης σε μία χώρα, στην οποία ο μέσος όρος του προσδοκίμου ηλικίας ανέρχεται μόλις στα 66 έτη. Στην ίδια ανακοίνωση τονίζεται ότι «εάν θεωρούμε ότι οι σημερινές συντάξεις δεν εξασφαλίζουν καν το μίνιμουμ μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης, τότε είναι λογικό να κρίνουμε ότι ο νέος νόμος, ο οποίος προβλέπει τη μείωση τους είναι άδικος, παράλογος και άνευ μέτρου…».

Ασφαλιστικό έλλειμμα

Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία διαθέτει ένα νεαρό και αυξανόμενο πληθυσμό, το έλλειμμα του συστήματός της κοινωνικών ασφαλίσεων ανήλθε το 2004 στο 4,8% του ΑΕΠ, γεγονός που οφείλεται στην κακοδιαχείριση, τη διαφθορά και την ευρύτατη πρακτική των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων.

Οι δαπάνες του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης της γειτονικής χώρας ήταν μεγαλύτερες πέρυσι κατά 8% από τις προβλεπόμενες στον προϋπολογισμό του κράτους, φθάνοντας στα 23,76 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες ήτοι στα 17,63 δισ. δολάρια. Ο πρόεδρος Σεζέρ δήλωσε χθες ότι η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών και οι κοινωνικές παροχές δεν μπορεί να εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνον από τα δημοσιονομικά δεδομένα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βρίσκεται στο πλευρό της Τουρκίας από το 2001, ενισχύοντας οικονομικά τη χώρα στην προσπάθειά της να εξέλθει από τη βαθιά οικονομική κρίση του 2001. Ωστόσο, τόσο το ίδιο όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα τονίζουν ότι απαιτείται η προώθηση ριζικών μεταρρυθμίσεων, καθώς τα ολοένα και αυξανόμενα δημόσια ελλείμματά της δεν είναι βιώσιμα.