ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

O αγοραστικός πυρετός των ξένων επενδυτών για τις αμερικανικές μετοχές και τα ομόλογα εξακολουθεί να είναι ενθαρρυντικός! Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία από το υπουργείο Οικονομικών για τις καθαρές εισροές επενδυτικών κεφαλαίων που προσείλκυσαν οι ΗΠΑ τον μήνα Μάρτιο, οι ξένοι προέβησαν σε αγορές δολαριακών αξιών επενδύοντας κεφάλαια ύψους 69,8 δισ. δολαρίων. Φυσικά είναι αρκετά χαμηλότερα από τα 90,5 δισ. δολάρια του μηνός Φεβρουαρίου. Ωστόσο υπερκαλύπτουν το εμπορικό έλλειμμα των 62,0 δισ. δολαρίων του ίδιου μήνα (Μαρτίου).

Ομως, η σημαντική εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλουν οι ξένοι επενδυτές τις αμερικανικές αξίες, δεν επισκίασε τους φόβους των αγορών για τις δομικές εμπορικές ανισορροπίες των ΗΠΑ. Ούτε και ήταν χθεσινή αιτία που ανέτρεψε τη μεγάλη πτώση του δολαρίου της περασμένης εβδομάδας. Αντίθετα, χάρις στο ξεπούλημα των πολύτιμων μετάλλων, των εμπορευμάτων και των ανά τον κόσμο κερδοσκοπικών τοποθετήσεων -η τουρκική λίρα έπεσε χθες 6,1%-, το δολάριο χάρηκε μια εντυπωσιακή ανάκαμψη.

Οι ανησυχίες περί αδυναμίας των ΗΠΑ να χρηματοδοτούν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δεδομένου ότι εισροές επενδυτικών κεφαλαίων ξεπερνούν κατά πολύ τις απαιτήσεις που εγείρει το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, παραμένουν. Να επισημανθεί ότι η πλήρης εξάρτηση των ΗΠΑ από τις κεντρικές τράπεζες της Ασίας για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει εξελιχθεί σε μια εφιαλτική σχέση. Οι συμπαθείς κεντρικές τράπεζες της Ασίας με επικεφαλής την Κίνα, στην προσπάθειά τους να παρεμποδίσουν την ανατίμηση των νομισμάτων τους, ώστε να προστατεύσουν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγικών προϊόντων τους, αγόραζαν και αγοράζουν αφειδώς αμερικανικά κρατικά ομόλογα τα προηγούμενα χρόνια.

Παράλληλα, η αγορά των αμερικανικών ομολόγων ηρέμησε. Την περασμένη εβδομάδα τα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου είχαν ξεπουληθεί όταν επικράτησε η πρόβλεψη ότι η αναχαίτιση του πληθωριστικού κινδύνου παραμένει.

Να θυμίσω ότι τα 11 μέλη με δικαίωμα ψήφου της επιτροπής FOMC (Fed’s Open Market Committee) -που είναι η αρμόδια επιτροπή για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής της FED- αύξησαν ομοφώνως την περασμένη Τετάρτη που πέρασε το βασικό επιτόκιο-κλειδί κατά 0,25% στο 5,0% (από 4,75%), στα υψηλότερα επίπεδα από τον Απρίλιο του 2001. Ηταν η 16η στη σειρά αύξηση από τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου του 2004 επί προεδρίας Γκρίνσπαν, που άρχισε ο τρέχων ανοδικός κύκλος των αμερικανικών επιτοκίων.

Και ο πρόεδρος της FED επανέλαβε ότι «ενδεχομένως να χρειαστούν κάποιες πρόσθετες μικρές αυξήσεις για τον έλεγχο του πληθωρισμού», αλλά όλα θα κριθούν με γνώμονα την πορεία της οικονομίας. Ομως, ο Μπεν Μπερνάνκι φάνηκε διστακτικός για το πότε θα πρέπει να σταματήσει να αυξάνει το κόστος του χρήματος… Και άφησε όλα τα περιθώρια ανοικτά για διορθωτικές κινήσεις. Που σημαίνει ότι η μέλλουσα νομισματική πολιτική της FED θα έχει αμυντικό και όχι επιθετικό χαρακτήρα.

Ομως, η αναταραχή που προκάλεσε η λεκτική γκάφα του Μπερνάνκι στη δημοσιογράφο Μαρία Μπαρτιρόμο της τηλεόρασης του CNBC ότι οι αγορές παρερμήνευσαν τη σημασία των όσων είπε στο Κογκρέσο, έχουν πυροδοτήσει σύγχυση και αβεβαιότητα στις αγορές χρήματος. H φυγή των επενδυτών από το δολάριο ήταν καθημερινό φαινόμενο με συνέπεια την πτώση του στα χαμηλότερα επίπεδα ενός έτους έναντι του ευρώ.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Μπεν Μπερνάνκι δήλωσε ενώπιον της Επιτροπής του Κογκρέσου ότι η FED ενδέχεται να προβεί σε προσωρινή διακοπή του κύκλου της αύξησης των επιτοκίων. Οπως ανέφερε στους Αμερικανούς νομοθέτες, οι ρυθμοί ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας αναμένεται να επιβραδυνθούν και η FED ενδέχεται να διακόψει την ανοδική εξέλιξη των επιτοκίων της, ακόμη και αν ενταθούν οι πληθωριστικοί κίνδυνοι.

Αλλά στη συνέχεια, ο νέος πρόεδρος έκανε κάτι ανόητο. Στο δείπνο για τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους, στον Λευκό Οίκο, η Μαρία Μπαρτιρόμο του CNBC τον ρώτησε ιδιαιτέρως, «αν οι αγορές κατάλαβαν σωστά τα λεγόμενά του στο Κογκρέσο». «Οχι» απάντησε ευθέως εκείνος, όπως ανέφερε αργότερα η δημοσιογράφος. «Είπε ότι ο ίδιος και η Επιτροπή προσπάθησαν να δημιουργήσουν κάποια ευελιξία, λέγοντας ότι η FED μπορεί να σταματήσει την άνοδο των επιτοκίων, αλλά στην πραγματικότητα τα δεδομένα είναι εκείνα που θα προσδιορίσουν κατά πόσον θα συμβεί κάτι τέτοιο»… Και έχασε την εμπιστοσύνη των αγορών.