ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μια συγχώνευση 16,5 δισ. δολαρίων πολλά υποσχόμενη

Ισως πριν από δύο μήνες ο Ρόμπερτ Κέλι, ο επικεφαλής της Mellon Financial, να μην μπορούσε να φανταστεί πού θα τον οδηγούσε ένα απλό τηλεφώνημα. Τότε βρισκόταν για επαγγελματικούς λόγους στο Λονδίνο και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της Bank of New York, Τόμας Ρένι. «Πώς θα θα σου φαινόταν μια συγχώνευση με την Bank of New York;» τον ρώτησε.

Η ανταπόκριση υπήρξε άμεση, ο κ. Κέλι μετέφερε την ιδέα πίσω στο Πίτσμπουργκ, όπου και η έδρα της Mellon Financial, και ακολούθησαν αρκετές εβδομάδες κοπιωδών διαπραγματεύσεων και αλλεπάλληλων συναντήσεων. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να πάρει σάρκα και οστά μια πρόταση συγχώνευσης ύψους 16,5 δισ. δολαρίων, η οποία εάν εγκριθεί από μετόχους και αρμόδιες αρχές, θα κλείσει την 1η Ιουλίου 2007.

Βέβαια, η συμμαχία αυτή θα μεταφραστεί και σε μετακίνηση των κεντρικών γραφείων της Μellon Financial από το Πίτσμπουργκ, ύστερα από 137 χρόνια ιστορίας, από τότε που ιδρύθηκε. Βέβαια, τόσο ο κ. Κέλι (ο οποίος, σημειωτέον, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στη Mellon Financial εφέτος τον Φεβρουάριο) όσο και ο κ. Ρένι της Bank of New York έχουν δεσμευθεί ότι το Πίτσμπουργκ θα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο νέο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, το οποίο θα φέρει την επωνυμία The Bank of New York Mellon Corp. Προϊόντος του χρόνου, μάλιστα, θα απασχολούνται στην περιοχή περισσότεροι από τους 6.100, που απασχολούνται σήμερα και παρά την άμεση απώλεια 600 θέσεων εργασίας.

Με τη συμμαχία αυτή θα αναδειχθεί ένας κολοσσός στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η The Bank of New York Mellon θα εξυπηρετεί 16,6 τρισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό τεραστίων κληροδοτημάτων, αμοιβαίων κεφαλαίων και συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Επίσης, θα κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων ιδρυμάτων σε διεθνή κλίμακα για τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων με περισσότερα από 1,1 τρισ. δολάρια υπό την εποπτεία της.

Ο Ρόμπερτ Κέλι θα αναλάβει το ύπατο αξίωμα στον νέο χρηματοπιστωτικό οργανισμό και έναν από τους κολοσσιαίους σε όλον τον κόσμο. Αλλωστε, θα επιβλέψει τη συνένωση δύο ιστορικών ιδρυμάτων. Η Bank of New York ιδρύθηκε πριν από 222 χρόνια από τον πρώτο υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Αλεξάντερ Χάμιλτον, ενώ η Mellon ιδρύθηκε το 1869 από τον δικαστή Τόμας Μέλον και τους γιους του. Υπενθυμίζεται ότι η Bank of New York είχε υποβάλει εχθρική προσφορά για τη Mellon το 1998, αλλά απορρίφθηκε. Σήμερα οι μέτοχοι της Bank of New York θα λάβουν το 63% της νέας εταιρείας και το 37% οι μέτοχοι της Μellon.

Οι επενδυτές δεν έκρυψαν το ενθουσιασμό τους για τη συμμαχία, όπως αποδείχθηκε από την πορεία της μετοχής της Βank of New York, η οποία την ημέρα της ανακοίνωσης της προσφοράς ενισχύθηκε 12%, ενώ της Mellon Financial κατά 7%. «Πιστεύω ότι πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη συμφωνία», αποφαίνεται ο Ρότζερ Χάρτλεϊ, τραπεζίτης για οικονομικά ιδρύματα στην Putnal Lovell NBF Group. «Δημιουργεί ηγετικές παρουσίες στην παροχή υπηρεσιών σχετικά με τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων».

Ισως, λοιπόν, ο κ. Κέλι να μην υπερβάλλει καθόλου όταν πανηγυρίζει για το επίτευγμά του, λέγοντας ότι η συνένωση των δυο ιστορικών ιδρυμάτων «θα αποδειχθεί η καλύτερη συμφωνία που έγινε ποτέ στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες υπό το πρίσμα των μετόχων».

Βέβαια, για τον ίδιο μεταφράζεται σε ραγδαία προαγωγή. Μετά τις σπουδές του στις ΗΠΑ και στο Λονδίνο εργάστηκε 19 χρόνια στην καναδική Toronto-Dominion Bank, την οποία εγκατέλειψε διότι τον παραμέρισαν, όταν ήρθε η ώρα για επιλογή διευθύνοντος συμβούλου. Το 2000 εισήλθε στη First Union ως γενικός οικονομικός διευθυντής και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγχώνευσή της με τη Wachovia.

Ο Ρόμπερτ Κέλι εθεωρείτο ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους υποψηφίους για να αναλάβει διευθύνων σύμβουλος σε μονάδα του τραπεζικού τομέα, όταν εντάχθηκε στις τάξεις της Mellon στις 13 Φεβρουαρίου εφέτος. Στις αρχές του έτους το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεχόταν έντονες πιέσεις από τους μετόχους του, οι οποίοι έκαναν λόγο για παρατεταμένα κακή επίδοση.

Οταν ανέλαβε τα ηνία ο κ. Κέλι δεσμεύθηκε να μην απομακρυνθεί από την έδρα της εταιρείας, το Πίτσμπουργκ. Σήμερα και ο ίδιος και ο επικεφαλής της Bank of New York μεταφέρουν την έδρα στη Νέα Υόρκη, αλλά εμμένουν στο ότι θα διατηρήσουν ισχυρούς δεσμούς με το Πίτσμπουργκ. Κάποιοι αναλυτές, πάντως, αμφιβάλλουν για το εάν η προοπτική αυτή όντως ωφελεί μακροπρόθεσμα το νέο ίδρυμα.