ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παρενέργειες από τον εθισμό των σεΐχηδων στο δολάριο

Οπολιτικός και ο επιχειρηματικός κόσμος των ΗΠΑ θεωρεί ως κύριους υπεύθυνους για το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχόντων λογαριασμών των ΗΠΑ, το αντίστοιχο, τεράστιο πλεόνασμα της Κίνας και το υποτιμημένο νόμισμά της. Επικεντρώνονται όμως πράγματι στην καρδιά του προβλήματος; Σε παγκόσμιο επίπεδο, η σημαντικότερη αντίθεση του αμερικανικού ελλείμματος αντιπροσωπεύεται από το σύνολο των πλεονασμάτων των αναδυομένων οικονομικων, πετρελαιοπαραγωγών κρατών. Το σύνολο των δικών τους αυτών πλεονασμάτων αναμένεται να φθάσει φέτος στα 500 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας σχεδόν αμελητέο εκείνο της Κίνας, του οποίου η αξία ανέρχεται μόλις στα 200 δισ. δολάρια.

Εάν λάβουμε υπ’ όψιν μόνον τις πετρελαιοεξαγωγές χώρες της Μέσης Ανατολής, διαπιστώνουμε ότι το συνολικό πλεόνασμά τους φθάνει σήμερα περίπου στα 280 δισεκατομμύρια δολάρια, από μόλις 30 δισ. το 2002. Ενας λόγος για τον οποίο το ποσό αυτό δεν έχει προσελκύσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον είναι ότι -αντίθετα με την Κίνα, όπου η αύξηση την ίδια περίοδο αφορά σε 160 δισ. δολάρια- μόνον ένα μικρό ποσοστό του περιλαμβάνεται στα επίσημα αποθέματα της χώρας, για τα οποία ανακοινώνονται στοιχεία. Στην πλειοψηφία τους, τα κεφάλαια αυτά τοποθετούνται σε ειδικά Ταμεία ή Οργανισμούς, όπως είναι ο Abu Dhabi Investment Authority, τα οποία είναι πολύ πιο μυστικοπαθή από τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, αλλά για τα οποία εκτιμάται ότι διαθέτουν εξίσου μεγάλης αξίας «περιουσιακά στοιχεία» σε δολάρια. Μία μεγάλη διαφορά τους με την Κίνα, είναι ότι η τελευταία επιτρέπει πλέον στο γουάν να ανατιμηθεί έναντι του δολαρίου. Η συναλλαγματική αξία του έχει αυξηθεί με ετήσιους ρυθμούς που αγγίζουν το 7% από τον Σεπτέμβριο. Αντιθέτως, τα έξι μέλη της Επιτροπής Συνεργασίας του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Ομάν και Κατάρ) στα οποία οφείλεται σχεδόν όλο το πλεόνασμα της Μέσης Ανατολής, συνεχίζουν να διατηρούν το νόμισμά τους στενά συνδεδεμένο με το δολάριο. Αυτό οφείλεται μερικώς στο σχέδιό τους για την εκ μέρους τους εισαγωγή και υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος έως το 2010. Το αξιοπερίεργο όμως είναι ότι την τελευταία τετραετία και ενώ οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονται στα ύψη, η συναλλαγματική αξία των νομισμάτων τους έχει υποχωρήσει σε πραγματικούς όρους εμπορικής στάθμισης.

Παράλογη πολιτική

Στις οικονομίες των κρατών του Περσικού Κόλπου, ο μέσος όρος των πλεονασμάτων τους των ισοζυγίων τους τρεχόντων λογαριασμών ανέρχεται στο 30% του ΑΕΠ τους, έναντι μόλις 8% για την Κίνα! Οι πετρελαιοεξαγωγές χώρες δεν μπορούν φυσικά να δαπανήσουν τα κέρδη τους εν μία νυκτί και είναι λογικό για αυτές να συσσωρεύουν πλεονάσματα όταν είναι υψηλές οι τιμές του πετρελαίου, ώστε να μπορούν να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις στις οικονομίες τους σε περιόδους που οι εν λόγω τιμές υποχωρούν. Εάν υιοθετούσαν όμως ένα πιο ευέλικτο καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών, θα μπορούσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο της νομισματοπιστωτικής πολιτικής τους και να ελέγχουν επίσης καλύτερα την εθνική οικονομία τους όταν αυτή παρουσιάζει τάσεις υπερθέρμανσης. Διατηρώντας τα νομίσματά τους στενά συνδεδεμένα με το δολάριο ΗΠΑ, αναγκάζονται να υιοθετήσουν και την πολιτική χαμηλών επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας της χώρας, με αποτέλεσμα τα δικά τους επιτόκια να κυμαίνονται σε πολύ χαμηλά, ορισμένες φορές έως και αρνητικά πραγματικά επίπεδα, στο πλαίσιο των ραγδαία αναπτυσσομένων οικονομιών τους. Ετσι, ο δανεισμός αυξάνεται ανεξέλεγκτα, ο πληθωρισμός εκτοξεύεται στα ύψη και οι τιμές διαφόρων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων -όπως συμβαίνει με τα ακίνητα στο Ντουμπάι- ξεφεύγουν από κάθε λογική.

Οι επίσημοι δείκτες τους για τον πληθωρισμό είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν καταγράφουν σωστά τις πληθωριστικές πιέσεις στις οικονομίες τους. Σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία, οι ρυθμοί αύξησης των τιμών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέρχονται στο 7% αλλά ανεξάρτητοι αναλυτές κάνουν λόγο για 15%. Η υποχώρηση του δολαρίου έναντι άλλων, κυρίως νομισμάτων, αυξάνει τον εισαγόμενο πληθωρισμό τους. Μόνον το 10% των εισαγωγών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προέρχεται από τις ΗΠΑ, έναντι 30% από την Ασία και ακόμη 30% από την Ευρώπη, οπότε η σύνδεση των νομισμάτων τους με το δολάριο δεν έχει ιδιαίτερο νόημα ούτε από απόψεως στάθμισης σε όρους εμπορίου.

Ανάγκη διαφοροποίησης

Θεωρητικά, η αύξηση των τιμών του πετρελαίου θα έπρεπε να σημαίνει την αύξηση των πραγματικών τιμών συναλλάγματος των πετρελαιοεξαγωγών κρατών. Είναι δε καλύτερο εάν αυτό εκδηλώνεται με τη μορφή της αύξησης της νομισματικής αξίας του νομίσματος αντί μέσω της αύξησης των πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία τους. Ο βασικός λόγος, ο οποίος προβάλλεται ως δικαιολογία για το γεγονός ότι τα νομίσματά τους δεν αφήνονται να ανατιμηθούν, είναι ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε την ανταγωνιστικότητα άλλων προϊόντων τους, εκτός του πετρελαίου, πόσω μάλλον ενώ οι οικονομίες τους έχουν απόλυτη ανάγκη της διαφοροποίησης της παραγωγής τους. Ωστόσο, η σύνδεση των νομισμάτων τους με το δολάριο δεν ωφελεί σε κάθε περίπτωση τις εθνικές οικονομίες τους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το δολάριο ήταν ισχυρό, τομείς πέραν του πετρελαϊκού δέχθηκαν καίριες πιέσεις, ενώ οι τιμές του αργού υποχωρούσαν. Αυτός είναι ακόμη ένας λόγος, για τον οποίο θα είχε κάθε νόημα για τις χώρες αυτές, να συνδέσουν τα νομίσματά τους με ένα καλάθι νομισμάτων, του οποίου η σύνθεση θα καθορίζεται σε όρους στάθμισης εμπορίου.