ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΝΑΛΥΣΗ EFG EUROBANK ERGASIAS ECONOMIC RESEARCH

Κλίμα νευρικότητας και έντονες διακυμάνσεις επικράτησαν στις διεθνείς αγορές στο τέλος της εβδομάδας μετά τη δημοσίευση ασθενών οικονομικών στοιχείων στις ΗΠΑ που ενέτειναν την ανησυχία για επιδείνωση της κρίσης στην αγορά κατοικίας. Στη διαμόρφωση του κλίματος αυτού συνέβαλαν επίσης οι αρνητικές συνθήκες που συνέχισαν να επικρατούν στις χρηματαγορές λόγω της παρατεταμένης έλλειψης ρευστότητας.

Οι εκκρεμούσες πωλήσεις κατοικιών σε νέο ιδιοκτήτη στις ΗΠΑ υποχώρησαν τον Ιούλιο κατά 12,2% μηνιαίως, η μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία του δείκτη υπερβαίνοντας ακόμα και την πιο απαισιόδοξη πρόβλεψη. Η αρνητική αυτή εξέλιξη οφείλεται κυρίως στα πιο αυστηρά κριτήρια που εφαρμόζουν οι τράπεζες για τη χορήγηση δανείων από τις αρχές του καλοκαιριού, ενώ η επέκταση της κρίσης στις πιστωτικές αγορές στις αρχές Αυγούστου εντείνει την αβεβαιότητα για τις προοπτικές της αγοράς κατοικίας και γενικότερα της αμερικανικής οικονομίας. Η παρατεταμένη διόρθωση στην αγορά κατοικίας έχει αναπόφευκτα αρνητικές συνέπειες για την αγορά εργασίας. Σύμφωνα με στοιχεία της ADP Employment Services, οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα τον Αύγουστο περιορίστηκαν στις 38.000 ενώ η μέση εκτίμηση ήταν 83.000. Επίσης, οι απολύσεις που έχουν ήδη ανακοινωθεί για τον Αύγουστο αυξήθηκαν, σύμφωνα με την εταιρεία Challenger, Gray & Christmas Inc, 85% μηνιαίως με το μεγαλύτερο συγκριτικά ποσοστό απολύσεων να καταγράφεται στις εταιρείας χορήγησης στεγαστικών δανείων. Το ενδεχόμενο η διόρθωση στην αγορά κατοικίας να διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο αναμενόταν ή να αποδειχθεί «πιο βαθιά» από τις αρχικές προβλέψεις, εγκυμονεί, όπως άλλωστε είχε αναφέρει πρόσφατα και ο κ. Bernanke στη Γερουσία, ιδιαίτερους κινδύνους για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας κυρίως μέσω της καταναλωτικής ζήτησης. Οι εξελίξεις αυτές δικαιολογούν την άποψη της αγοράς ότι η Fed θα προχωρήσει σε μείωση του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου (fed funds rate) κατά τουλάχιστον 25μβ στην επόμενη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής στις 18 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να συμβάλει στην αντιμετώπιση του προβλήματος της ρευστότητας και στη σταθεροποίηση των αγορών.

Η ανησυχία για αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης στη διεθνή οικονομία έχει τροποποιήσει τα αρχικά σχέδια αρκετών κεντρικών τραπεζών της G10 σχετικά με τη νομισματική πολιτική τους.

Η κεντρική τράπεζα της Αυστραλίας RBA διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια στο 6,50% στη συνεδρίαση αυτής της εβδομάδας, απόφαση που ανέμενε άλλωστε η προθεσμιακή αγορά μετά την επιδείνωση της κρίσης τις τελευταίες εβδομάδες. Αντίθετα, μέχρι τα τέλη Ιουλίου, η αγορά τιμολογούσε σε κάποιο βαθμό το ενδεχόμενο αύξησης 25μβ. Αλλωστε, η αγορά εργασίας της Αυστραλίας συνεχίζει να παρουσιάζει σημάδια στενότητας, ο βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού είναι υψηλός, τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών καταναλωτή δευτέρου τριμήνου ήταν υψηλότερα των αναμενόμενων, ενώ ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας συμβάλλει στη διατήρηση των πληθωριστικών ανησυχιών. Η κεντρική τράπεζα του Καναδά BoC διατήρησε επίσης σταθερά τα επιτόκια 4,50% -ο Καναδάς είναι ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ- ενώ το γενικότερο ύφος της ανακοίνωσης της τράπεζας άφησε να εννοηθεί ότι το ενδεχόμενο νέας αύξησης στα επιτόκια δεν μπορεί ακόμα να αποκλειστεί.

Αμετάβλητα επιτόκια αυτή την εβδομάδα είχαμε επίσης από την ΕΚΤ και την κεντρική τράπεζα της Αγγλίας ΒοΕ, 4,00% και 5,75% αντίστοιχα. Αλλωστε, δεδομένης της συνεχιζόμενης έλλειψης ρευστότητας, οι συνθήκες στις χρηματαγορές είναι σφιχτότερες ακόμα και χωρίς μια επίσημη αύξηση στα επιτόκια (χαρακτηριστικά, το τρίμηνο διατραπεζικό επιτόκιο της στερλίνας διαμορφώθηκε την Παρασκευή στο 6,87%, το υψηλότερο από τον Νοέμβριο του 1998).

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Trichet ανέφερε στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε μετά τη λήξη της συνεδρίασης ότι η νομισματική πολιτική παραμένει «επεκτατική» κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στον υψηλό ρυθμό αύξησης της προσφοράς χρήματος και της πιστωτικής επέκτασης. Σχετικά με την περαιτέρω πορεία της οικονομίας, ο κ. Trichet εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία, ενώ σημείωσε ότι η τράπεζα παραμένει ανήσυχη για την πορεία του πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας όμως παράλληλα ότι οι εκτιμήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σ’ ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης. Η ΕΚΤ θα παρακολουθεί πολύ στενά τις εξελίξεις, ανέφερε ο κ. Trichet, και διευκρίνισε ότι η τράπεζα χρειάζεται επιπλέον στοιχεία προκειμένου να προχωρήσει σε νέα συμπεράσματα. Ο γενικότερος τόνος της ομιλίας του προέδρου της ΕΚΤ έδωσε την εντύπωση στις αγορές ότι το ενδεχόμενο μιας ακόμα αύξησης στα επιτόκια παραμένει ανοιχτό, τουλάχιστον προς το παρόν. Δεδομένου όμως ότι ο κ. Trichet δεν χρησιμοποίησε τη χαρακτηριστική φράση για «αυξημένη επαγρύπνηση» και τόνισε την ανάγκη περαιτέρω πληροφόρησης, η ΕΚΤ δεν αναμένεται να προχωρήσει σε μια τέτοιου είδους κίνηση τουλάχιστον πριν από τον Νοέμβριο. Η εκτίμηση αυτή προϋποθέτει βέβαια σταθεροποίηση στις διεθνείς αγορές. Σε ανάλογο ύφος ήταν και η ανακοίνωση της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας ΒοΕ. Η κεντρική τράπεζα ανέφερε ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις στις αγορές για πιθανές επιπτώσεις στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, υπογραμμίζοντας όμως ότι οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό παραμένουν.

Τα οικονομικά στοιχεία τις επόμενες ημέρες/εβδομάδες σε συνδυασμό με τις γενικότερες συνθήκες στις διεθνείς αγορές αναμένεται να καθορίσουν τελικά εάν οι κεντρικές τράπεζες EKT, BoE, BoC και RBA απλά ανέβαλαν μία επικείμενη αύξηση στα επιτόκια ή ο τρέχων κύκλος σφιχτότερης νομισματικής πολιτικής τους έχει ήδη κλείσει.

(Να σημειωθεί ότι το παρόν κείμενο εστάλη για δημοσίευση πριν τη γνωστοποίηση των στοιχείων απασχόλησης στις ΗΠΑ την Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου).

* Η κ. Παρασκευή Πετροπούλου είναι οικονομικός αναλυτής της Eurobank EFG.