ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η διεθνής οικονομία έχει ακόμα ανάγκη τα προγράμματα στήριξης

Οι υπουργοί Οικονομικών και οι Κεντρικοί Τραπεζίτες της «Ομάδας των Είκοσι» (G20) αναμενόταν σήμερα να δεσμευθούν για τη διατήρηση των πακέτων στήριξης των εθνικών οικονομιών, έως ότου η ανάκαμψη εδραιωθεί. Επιπλέον, επιδίωξαν να διαβεβαιώσουν τις διεθνείς κεφαλαιαγορές ότι έχουν αξιόπιστα σχέδια ως κυβερνήσεις για να δώσουν τέλος στα μέτρα στήριξης, όταν το κρίνουν απαραίτητο.

Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκε και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ντομινίκ Στρος-Καν. Οπως τόνισε, η παγκόσμια οικονομία αναδύεται από μία δραματική και βαθιά ύφεση, αλλά η ανάκαμψή της προδιαγράφεται βραδεία. Με αυτό το δεδομένο, προειδοποίησε ότι το να αποστούν οι κυβερνήσεις πολύ γρήγορα από τα μέτρα στήριξης, θα έχει ως αποτέλεσμα να ανακοπεί η ανοδική πορεία της οικονομίας. Ανάλογες ήταν και οι δηλώσεις από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. Σύμφωνα με αυτές, η Ευρωζώνη χρειάζεται μεγαλύτερη συνεργασία και συντονισμένη στρατηγική εξόδου από την κρατική στήριξη. Εντούτοις, υπογράμμισε ότι είναι πολύ νωρίς για την απόσυρσή της και εκτίμησε ότι για την ώρα τα επιτόκια θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα. Οι χαράσσοντες πολιτική ενδιαφέρονται εντόνως να αποδείξουν ότι πέραν των μέτρων παρέμβασης για την οικονομία, έχουν καταστρώσει και στρατηγικές εξόδου από την κρατική στήριξη, ώστε να κατευνασθούν οι αγορές, οι οποίες ανησυχούν μήπως ο πληθωρισμός αναθερμανθεί και τα δημόσια οικονομικά καταρρεύσουν.

«Δεν έχει έλθει το πλήρωμα του χρόνου για να απομακρυνθούμε των προγραμμάτων στήριξης», επισημαίνει από την πλευρά του και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν-Κλοντ Τρισέ. «Επιθυμώ ωστόσο να διασαφηνίσω ότι η ΕΚΤ διαθέτει ανάλογη στρατηγική και είμαστε έτοιμοι να την εφαρμόσουμε, όταν πρέπει», προσέθεσε.

Τα μπόνους

Πέραν της ανάκαμψης και της δέσμευσής τους για την υλοποίησή της, οι υπουργοί Οικονομικών των είκοσι ισχυρότερων χωρών του πλανήτη, ανεπτυγμένων και αναδυόμενων, συζήτησαν σήμερα και χθες το θέμα των μπόνους – η κουλτούρα των κινήτρων που ευνοούν την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων θεωρείται ότι βρίσκεται στη ρίζα του κακού της τρέχουσας κρίσης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έθεσαν υψηλά στην ατζέντα του G20 το ζήτημα της αυστηρότερης ρύθμισης των τραπεζών και της περικοπής των μπόνους στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού κλάδου – η τελευταία πρωτοβουλία, πάντως, έτυχε χλιαρής υποδοχής από την αμερικανική κυβέρνηση. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ ενδιαφέρεται κυρίως για το πρώτο ζήτημα, και προτείνει να ξεκινήσουν ζυμώσεις επί μιας νέας διεθνούς συμφωνίας σχετικά με την αύξηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών και τον καθορισμό αυστηρότερων προδιαγραφών για τη ρευστότητά τους. Επιπλέον, τονίζει ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν οι συζητήσεις της διάσκεψης των οικονομικών παραγόντων της «Ομάδας των Είκοσι» (G20) για να τεθούν νέες πρωτοβουλίες πριν από τη σύνοδο των είκοσι ηγετών εντός του μηνός. Πάντως, η Σουηδία, η οποία επί του παρόντος προεδρεύει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ζήτησε έκτακτη σύνοδο των μελών της Ε.Ε. πριν από τη σύνοδο, ώστε να συζητηθεί η οικονομική κρίση και να συντονισθεί η κοινή τους θέση στο G20.

Από πλευράς τους, σε κοινή τους ανακοίνωση οι υπουργοί Οικονομικών Σουηδίας, Γαλλίας, Ισπανίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Λουξεμβούργου και Ολλανδίας επισημαίνουν ότι τα μπόνους, των οποίων η παροχή είναι εγγυημένη για περίοδο άνω του ενός έτους, θα πρέπει πλέον να απαγορευθούν. Επιπλέον, χαρακτηρίζουν τα υπέρογκα μπόνους «επικίνδυνα, αναξιοπρεπή, απαράδεκτα και δηλωτικά κυνισμού». Είναι ενδιαφέρον ότι και η Βρετανία στηρίζει την πρωτοβουλία, ωστόσο θεωρεί το ζήτημα των μπόνους διεθνούς βεληνεκούς, ενώ δεν έχει προχωρήσει μέχρι του σημείου να ζητήσει τον περιορισμό τους.