ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ είναι πολιτικό

Το πρόβλημα της διόγκωσης του δημοσίου χρέους είναι κυρίως πολιτικό, αλλά οι επιπτώσεις του ενδέχεται να είναι οικονομικές. Το θέμα είναι ότι δεν γνωρίζουμε ποιες μπορεί να είναι αυτές οι επιπτώσεις, πότε μπορεί να εκδηλωθούν, αλλά και ούτε εάν θα εκδηλωθούν. Απουσία οποιασδήποτε διαφαινόμενης προοπτικής, οι πολιτικοί και των δύο αμερικανικών κομμάτων δεν πιέζονται να λάβουν δυσάρεστα για τους ψηφοφόρους μέτρα, τα οποία θα οδηγούσαν στον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού, μέσα σε, ας πούμε, μια πενταετία ή επταετία. Η ιδέα της πρόληψης των μελλοντικών προβλημάτων δεν συμπεριλαμβάνεται στις προτεραιότητές τους.

Αν και η πρόσφατη εκτίναξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων είναι κυρίως αποτέλεσμα της τρέχουσας, βαθιάς οικονομικής κρίσης, τα πραγματικά αίτιά της είναι πολιτικά. Τα ελλείμματα επιτρέπουν τόσο στους φιλελεύθερους όσο και στους συντηρητικούς να εφαρμόζουν πολιτικές που τους εξυπηρετούν. Οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι έχουμε περισσότερες και καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες χωρίς να επιβαρύνεται φορολογικά ουδείς εκτός από τους έχοντες και κατέχοντες. Οι συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι μπορούν να μειώσουν τα φορολογικά βάρη χωρίς να επιβαρύνουν οποιονδήποτε -τους συνταξιούχους, τις πολιτειακές και τις τοπικές κυβερνήσεις- από τα επιδόματα που χορηγεί το ομοσπονδιακό κράτος.

Τα όσα υποστηρίζουν δεν είναι πιστευτά, δεδομένου ότι αργά ή γρήγορα το κόστος των δημοσίων δαπανών θα πρέπει να καλυφθεί με φόρους. Η αλήθεια είναι ότι όποιο κόμμα και αν κυβερνά, υπόσχεται πολλά περισσότερα οφέλη και επιδόματα απ’ ό,τι είναι δυνατόν να καταβληθούν βάσει των τρεχόντων φορολογικών εσόδων του κράτους. Μόνον ο δανεισμός μπορεί να καλύψει τα ελλείμματα που δημιουργούνται, και ελλείμματα υπήρξαν επί 43 χρόνια τα τελευταία 48.

Στοιχεία, τα οποία έδωσε την περασμένη εβδομάδα στη δημοσιότητα η κυβέρνηση Ομπάμα, αναφέρονται σε δανεισμό αξίας 11 τρισ. δολαρίων το διάστημα 2009 – 2019. Ετσι, το 2019, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, το χρέος θα ανέρχεται στο 76,5% του ΑΕΠ. Οι υπολογισμοί αυτοί ενδέχεται δε να είναι υπερβολικά αισιόδοξοι, καθώς προϋποθέτουν φορολογικές αυξήσεις και περικοπές κονδυλίων.

Αυτού του είδους ο δανεισμός θα είναι πρωτόγνωρος σε καιρό ειρήνης. Ισως καταστεί αδύνατη, παρά μόνον έναντι πολύ υψηλού κόστους, η αναχρηματοδότηση του χρέους, που κατά μέσο όρο απαιτείται ανά 51 μήνες. Η Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να αναγκασθεί να κυκλοφορήσει στην ουσία πληθωριστικό χρήμα, αγοράζοντας ομόλογα του Δημοσίου. Ο υψηλός πληθωρισμός θα είναι καταστροφικός, όπως είχε συμβεί και στη δεκαετία του ’70. Και μόνον ο φόβος των ανεξέλεγκτων δημοσιονομικών ελλειμμάτων ενδέχεται να επιφέρει μαζικές ρευστοποιήσεις δολαρίων, με αμερικανικά κεφάλαια να επενδύονται σε ομόλογα, μετοχές και συνάλλαγμα στο εξωτερικό. Ομως, τίποτα από όλα αυτά δεν αποτελεί σήμερα πραγματικότητα. Αν και τα ελλείμματα είναι υψηλά, η προσπάθεια ελέγχου τους επί του παρόντος μπορεί να απειλήσει την ανάκαμψη.

Το κοινό σημείο Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών είναι η αποφυγή σοβαρού διαλόγου για το μέγεθος του κράτους. Οι δαπάνες είναι η σημαντικότερη πλευρά, διότι καθορίζουν τη φορολογία και τα ελλείμματα. Ιδεωδώς, οι φιλελεύθεροι θα αντιληφθούν ότι απαιτείται η περικοπή τους. Ιδεωδώς, οι συντηρητικοί θα παραδεχθούν ότι οι φόροι πρέπει αργά ή γρήγορα να αυξηθούν. Δεν έχουμε ενδείξεις περί αυτών. Ολοι ακολουθούν τον εύκολο δρόμο σήμερα. Με αυτό τον τρόπο, όμως, είναι πιθανόν ότι σύντομα θα πάρουμε ένα σοβαρό μάθημα για το πότε το χρέος γίνεται πραγματικά ασήκωτο!

Εκτός ορίου

Μέχρι πρόσφατα, αν και ο δανεισμός είναι πάντα απευκταίος, δεν δημιουργούσε ιδιαίτερο προβληματισμό. Ωστόσο, τόσο η ύφεση όσο και η αύξηση του μέσου όρου του πληθυσμού μάς οδηγούν στο να ξεπεράσουμε ένα όριο. Ο τρέχον δανεισμός αλλά και εκείνος που θα απαιτηθεί στο μέλλον είναι τόσο υψηλός, ώστε ουδείς μπορεί να προβλέψει τις επιπτώσεις. Ο καλύτερος δείκτης υπολογισμού των δανειακών αναγκών είναι ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Εάν εφαρμόσουμε τον ίδιο μαθηματικό τύπο σε επίπεδο νοικοκυριών καταλήγουμε ότι ένα νοικοκυριό με χρέος 25.000 δολαρίων και ετήσιο εισόδημα 50.000 έχει μία αναλογία χρέους προς εισόδημα της τάξεως του 50%. Το 1946 το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ανερχόταν στο 108,6% του ΑΕΠ της χώρας. Εκτοτε η αμερικανική οικονομία αναπτύσσεται κατά κανόνα με ταχύτερους ετήσιους ρυθμούς απ’ ό,τι το ετήσιο χρέος. Το 1974 το αμερικανικό χρέος υποχώρησε στα χαμηλά μεταπολεμικά επίπεδα του 23,9%, και ακόμη και το 2007 κυμαινόταν μόλις στο 36,9%.

Αντιθέτως, οι επικείμενες δανειακές ανάγκες του αμερικανικού δημοσίου υπερβαίνουν κατά πολύ την προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ. Το 2019, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, το χρέος θα ανέρχεται στο 76,5% του ΑΕΠ.

Οι υπολογισμοί αυτοί ενδέχεται, δε, να είναι υπερβολικά αισιόδοξοι, καθώς προϋποθέτουν φορολογικές αυξήσεις και περικοπές κονδυλίων. Από το Παρατηρητήριο Concord Coalition εκτιμάται ότι ο πραγματικός δανεισμός της επόμενης δεκαετίας θα είναι υψηλότερος κατά 5 τρισ. δολάρια. Το 2019, το χρέος ενδέχεται να ανέρχεται στο 100% του ΑΕΠ.