ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το οδοιπορικό της κρίσης, ένα χρόνο μετά

Την Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008, ο δείκτης Dow Jones έκλεισε στις 11.220 μονάδες. Η οικονομική επιβράδυνση ήταν καθ’ οδόν – κανείς δεν αμφέβαλε γι’ αυτό. Την Κυριακή το πρωί, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προχώρησε όμως σε μία πρωτοφανή κίνηση: πήρε υπό τον έλεγχό της τους «γίγαντες» των στεγαστικών δανείων Fannie Mae και Freddie Mac, δεσμεύοντας 200 δισ. δολάρια από τα χρήματα των φορολογουμένων. Οι εταιρείες, που κατείχαν ή εγγυόνταν το 50% των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ, κατέγραφαν ζημίες δισεκατομμυρίων δολαρίων κάθε τρίμηνο, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός ιδιοκτητών ακινήτων σταματούσαν να πληρώνουν τα δάνειά τους. Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους, με λιγότερο από πέντε μήνες εναπομείνασας θητείας, δήλωσε ότι η κρατικοποίηση των δύο εταιρειών θα ήταν «ζωτικής σημασίας για την επιστροφή της οικονομίας σε ισχυρότερο και βιώσιμο ρυθμό ανάπτυξης». Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν η αρχή για κάτι πολύ πιο μεγάλο: η αρχή των πέντε εβδομάδων που συγκλόνισαν τα θεμέλια του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η λέξη «κατάρρευση» ήταν ξαφνικά στα χείλη όλων.

Ενα χρόνο αργότερα, η οικονομία έχει μόλις αρχίσει να παρέχει σημάδια ότι προσπαθεί να ξεφύγει από τη μεγαλύτερη οικονομική συρρίκνωση από τη δεκαετία του ’30. Ο δείκτης Dow Jones, παρ’ όλο που υπολείπεται ακόμα 30% από το ζενίθ επίπεδό του, δεν αποτελεί πλέον το καθημερινό εθνικό πρόβλημα. Τις πρώτες ημέρες μετά την κρατική παρέμβαση, η Wall Street έδειχνε να απολαμβάνει αυτό που συνέβαινε. Τη Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου ο Dow Jones επέστρεψε κοντά στο επίπεδο των 11.500 μονάδων. Μετά από ένα χρόνο αυξανόμενων κατασχέσεων, υπήρχε η ελπίδα μεταστροφής της κατάστασης. Ωστόσο, το τοπίο θα φαινόταν διαφορετικό μετά από μόλις 24 ώρες: Την Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου, στη Wall Street υπήρχε ένα έντονο κλίμα ανησυχίας για την τύχη της Lehman Brothers, της τέταρτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας της χώρας, η οποία είχε χτυπηθεί από την έκθεσή της σε τιτλοποιημένα ομόλογα και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονταν με ακίνητα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ παρέμενε κατάδηλα σιωπηλή. Εως το τέλος της ημέρας, η τιμή της μετοχής της Lehman είχε μειωθεί σχεδόν κατά το ήμισυ. Η τράπεζα, η οποία είχε επιζήσει της Μεγάλης Υφεσης, κατέληξε με αξία αγοράς μόλις 5,4 δισ. δολαρίων.

Ολη την υπόλοιπη εβδομάδα, η εμπιστοσύνη των επενδυτών συνέχισε να διαβρώνεται σταδιακά. Το Σαββατοκύριακο, μέλη του υπουργείου Οικονομικών, της Fed και στελέχη των μεγάλων τραπεζών συναντήθηκαν στην έδρα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στο Μανχάταν. Ο υπουργός Οικονομικών Χένρι Πόλσον αντιτάχθηκε σθεναρά στην διάσωση της Lehman από την κυβέρνηση, ενώ καμιά άλλη τράπεζα δεν πήρε την πρωτοβουλία. Αντ ‘αυτού, η Bank of America ωθήθηκε από την Fed και το υπ. Οικονομικών να αγοράσει τη Merrill Lynch, άλλη μία ιστορική μεν αλλά και προβληματική επενδυτική τράπεζα της Wall Street. Εκείνη την Κυριακή, «τα κοράκια» είχαν περικυκλώσει την έδρα της Lehman στο Μανχάταν. Τηλεοπτικά συνεργεία, γιγαντοοθόνες και πλήθος ανθρώπων ανέμεναν το μοιραίο.

Την Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου, η Lehman κήρυξε πτώχευση. Η οικονομική κρίση είχε περάσει σε μία τρομακτικά υψηλότερη ταχύτητα. Ο Dow έχασε περισσότερο από 504 μονάδες εκείνη την ημέρα, τη μεγαλύτερη απώλεια από τότε που ξανάνοιξε το χρηματιστήριο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Σχεδόν 700 δισ. δολ. πλούτου της χρηματιστηριακής αγοράς, τα περισσότερα εκ των οποίων συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, είχαν εξατμιστεί.