ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι διμερείς συμφωνίες βάζουν φρένο στην απελευθέρωση του εμπορίου

Το κάτι τι είναι συνήθως προτιμότερο από το τίποτε. Φτωχές από κάθε νομικό ορθολογισμό. Αυτή είναι η λογική που διέπει τις διμερείς εμπορικές συμφωνίες, που συνάπτονται στην περιοχή της Ασίας. Και ενώ οι διεθνείς συνομιλίες του Γύρου της Ντόχα βρίσκονται σε τέλμα, οι εμπορικοί εταίροι στην Ασία δηλώνουν ότι δεν μπορούν πλέον να μένουν με τα χέρια σταυρωμένα και να αναμένουν την αναζωπύρωση του διαλόγου στην Ντόχα, για την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου. Επιπλέον, προβάλλουν στην επιχειρηματολογία τους ότι είναι προτιμότερο να αποδεσμεύσεις τις εμπορικές συναλλαγές με απλούστερες συμφωνίες, εάν είσαι φιλόδοξος. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένες από τις περιφερειακές συμφωνίες, την κατάλληλη στιγμή, έχουν πράγματι συμβάλει στην οικονομική ευημερία. Το είδος των συμφωνιών που υπογράφονται τώρα στην Ασία, τη στιγμή που το διεθνές εμπόριο χρειάζεται κατεπειγόντως στήριξη, ενδέχεται να ωφελήσουν λιγότερο οικονομικώς τις χώρες της περιοχής και περισσότερο τον εγωισμό των πολιτικών που τις υποστηρίζουν. Εάν εξετάσουμε την τάση αυτή, συμπεραίνουμε ότι συντελούν σε μία επικίνδυνη διάβρωση του συστήματος του πολυμερούς εμπορίου, στο οποίο στηρίζεται και η διεθνής οικονομική ευημερία.

Το 2001, ο αριθμός των διμερών και περιφερειακών εμπορικών συμφωνιών ήταν μόνον 49. Σήμερα, μετά και την υπογραφή της διμερούς εμπορικής συμφωνίας Ινδίας – Νοτίου Κορέας, τον περασμένο μήνα, φθάνουν τις 167. Η πρόσφατη αυτή συμφωνία έλαβε επαίνους και από τις δύο οικονομίες. Οι επιχειρήσεις της Νοτίου Κορέας θέλουν να χρησιμοποιήσουν ακόμη περισσότερο την Ινδία ως βάση μεταποίησης βιομηχανικών προϊόντων, από την οποία θα μπορούν να εξάγουν στον υπόλοιπο κόσμο. Σε αντάλλαγμα, οι Ινδοί επιχειρηματίες θα μπορούν ευκολότερα να ανοίγουν επιχειρήσεις στη Νότιο Κορέα. Αναμένεται, δε, να υπογραφούν περισσότερες συμφωνίες αυτού του είδους. Ποιος θα μπορούσε, άλλωστε, να τις εμποδίσει; Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον, όπου καταρρέουν οι εξαγωγές και αυξάνονται τα μέτρα προστατευτισμού, η «μόδα» για τη σύναψη διμερών εμπορικών συμφωνιών φαίνεται ότι ευνοεί την αντίληψη για τα οφέλη που αποφέρει το εμπόριο. Η άποψη αυτή, όμως, δεν είναι και τόσο καθησυχαστική… Καθεμία από αυτές διέπεται από δικούς της κανόνες και διοικητικές απαιτήσεις, που δεν εξυπηρετούν το διεθνές εμπόριο. Και καθώς οι συμφωνίες πολλαπλασιάζονται, λιγοστεύουν οι πιθανότητες δημιουργίας πλούτου, όπως ισχυρίζονται οι εμπνευστές τους. Προκειμένου, δε, να ολοκληρωθούν οι όροι της συμφωνίας, τα ακανθώδη ζητήματα «πηγαίνουν στο ράφι». Η συμφωνία που υπέγραψε πέρυσι η Ινδία με τα κράτη της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας – Ειρηνικού (ASEAN) παραγκώνισε ακανθώδη ζητήματα, τα οποία δηλητηριάζουν τις συνομιλίες της Ντόχα, όπως είναι επί παραδείγματι οι επιδοτήσεις των αγροτικών προϊόντων. Οι διμερείς εμπορικές συμφωνίες δεν επενεργούν ως εποικοδομητικός λίθος στη σύναψη μιας διεθνούς εμπορικής συμφωνίας. Αντιθέτως, αποσπούν τις κυβερνήσεις από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις και προσφέρουν κάλυψη στην αποτυχία των πολιτικών να τις προωθήσουν. Επιπλέον, ο φόβος μήπως χάσουν την ευνοϊκή μεταχείριση από μία διμερή συμφωνία μπορεί να αποτρέψει τις κυβερνήσεις από το να πάρουν σκληρή θέση στις πολυμερείς διαπραγματεύσεις. Ορισμένοι οπαδοί των διμερών συμφωνιών το παραδέχονται, αλλά παραμένουν στην επιχειρηματολογία ότι αυτές έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν σε αίσιο τέλος, ενώ η επιτυχία των συνομιλιών της Ντόχα είναι ακόμη μακρινή. Η επιχειρηματολογία αυτή, όμως, αγνοεί τα διδάγματα του παρελθόντος. Τη δεκαετία του 1970, πολλοί είχαν καταδικάσει σε αποτυχία τον Γύρο της Ουρουγουάης, που είναι ο πρόδρομος του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου. Μετά αρκετές δυσκολίες, που είχαν οδηγήσει σχεδόν στην αποτυχία, απεδείχθησαν επιτυχείς. Ακόμη και μέσα στη βαθιά απαισιοδοξία ως προς την ολοκλήρωση του Γύρου της Ντόχα, η Ινδία φιλοξενεί μία σύνοδο υπουργών Εμπορίου, ελπίζοντας στην επανεκκίνηση των συνομιλιών.