ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Να πωλήσουν τη συμμετοχή τους στη Citi θέλουν οι ΗΠΑ

Το σχέδιο «αποδέσμευσης» του 34% του μετοχικού κεφαλαίου της Citigroup, ή 7,69 δισ. κοινών μετοχών, από τον έλεγχο του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ συζητούν οι δυο πλευρές, προσδοκώντας ότι μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα στο επόμενο εξάμηνο ή οκτάμηνο. Η χρονική συγκυρία είναι σημαδιακή για το κόψιμο του ομφάλιου λώρου μεταξύ Citi και ομοσπονδιακού κράτους. Εχει παρέλθει πλέον ένας χρόνος μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, μια εξέλιξη που ανάγκασε τις ΗΠΑ να δρομολογήσουν σειρά τοποθετήσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε μετοχές των μεγαλύτερων τραπεζικών ομίλων της χώρας, ώστε να τις στηρίξει και έτσι να αποφευχθούν πρόσθετες χρεοκοπίες στον κλάδο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τρία είναι τα σενάρια που διερευνώνται. Το πρώτο είναι η σταδιακή διάθεση των μετοχών που ελέγχει η κυβέρνηση σε πακέτα. Το δεύτερο είναι η τμηματική τους πώληση σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση. Το τρίτο είναι η εξ ολοκλήρου πώλησή τους μέσω ειδικού διαπραγματευτή. Η χρονική συγκυρία όμως αυτής της συζήτησης είναι σημαντική και από μια άλλη οπτική: η αμερικανική κυβέρνηση πρόκειται να υποβάλει στο Κογκρέσο προσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού κλάδου, με στόχο την κατάργηση της κουλτούρας των υψηλών μπόνους και των ριψοκίνδυνων τακτικών, όπως και τη βελτίωση της εποπτείας του «σκιώδους» τραπεζικού συστήματος, παράγοντες που οδήγησαν στη διετή χρηματοπιστωτική κρίση και προκάλεσαν την κοινή γνώμη. Από την πλευρά του, ο τραπεζικός κλάδος επιδιώκει να αποδείξει ότι πλέον αποκαθίσταται η ομαλότητα στη Γουόλ Στριτ, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετοι κανόνες για την εποπτεία του. Στη συζήτηση παρενέβη ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, ο οποίος δήλωσε ότι η αγορά τιτλοποίησης, δηλαδή η μετατροπή δανείων σε πακέτα επενδυτικών τίτλων με τα οποία οι τράπεζες αντλούν πρόσθετα κεφάλαια, αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα σκιώδους αγοράς. Πράγματι, από εκεί προέκυψαν τεράστιες ζημίες για το τραπεζικό σύστημα, με τον κ. Μπερνάνκι να κάνει λόγο για μια πολύ μικρότερη σε μέγεθος και περισσότερο ρυθμιζόμενη αγορά στο μέλλον. Ο κ. Μπερνάνκι εκτίμησε επίσης ότι «τεχνικά, είναι πολύ πιθανό ότι η ύφεση έχει πλέον παρέλθει», ωστόσο εκτίμησε ότι θα την ακολουθήσει μια σταδιακή ανάκαμψη, που με δυσκολία θα μειώσει την ανεργία στη χώρα.

Υπόθεση BofA και SΕC

Η απόφαση του δικαστή της Νέας Υόρκης Τζεντ Ράγκοφ να απορρίψει τη συμβιβαστική λύση μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) και της Bank of America (BofA), ύψους 33 εκατ. δολαρίων, αποτέλεσε έμμεση υπόδειξη για τις υποχρεώσεις των μεγάλων τραπεζικών ομίλων προς τους επενδυτές. Η εξαγορά της Merrill Lynch από την BofA, τον περασμένο Οκτώβριο, κρίθηκε από την τότε κυβέρνηση αναγκαία για την επιβίωση της πρώτης, με αποτέλεσμα οι ζημίες της να εκτοξευθούν στα 27,6 δισ. δολ. το 2008, που ήταν οι μεγαλύτερες στην ιστορία της. Προκλήθηκαν, όμως, μεγάλες αντιδράσεις όταν λίγους μήνες αργότερα γνωστοποιήθηκε ότι η BofA ενέκρινε μπόνους 3,6 δισ. δολαρίων. Ο κ. Ράγκοφ χαρακτήρισε τη συμβιβαστική λύση με τη SEC «άδικη και ανεπαρκή», αποφασίζοντας την εκδίκαση της υπόθεσης εκ νέου στις αρχές Φεβρουαρίου. «Εάν η τράπεζα είναι αθώα για τα ψέματα που είπε στους μετόχους της, τότε γιατί είναι προετοιμασμένη να πληρώσει 33 εκατ. δολ. από χρήματά τους για μια αξιόποινη πράξη;», ήταν το εύλογο ερώτημα του κ. Ράγκοφ. Η δικαστική απόφαση εκθέτει όμως και τη SEC, η οποία ήταν «αρκετά επιεικής», αναφέρει δημοσίευμα της εφημερίδας New York Times.