ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ασαφείς προτάσεις εν όψει της κρίσιμης συνόδου του G20

Το Πίτσμπουργκ, όπου θα φιλοξενηθεί η Σύνοδος Κορυφής του G20, είναι γνωστό ως η «πόλη με τις γέφυρες». Οποιος παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα μέχρι τη σύνοδο ίσως είχε ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα πως αυτές οι γέφυρες δεν θα οδηγήσουν πουθενά. Η συνάντηση, εν είδει «προθέρμανσης», των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών στο Λονδίνο στις 4 Σεπτεμβρίου απέφερε σειρά αντιφατικών δηλώσεων από πολλούς πολιτικούς, ενίοτε της ίδιας χώρας. Οι προτάσεις ποικίλλουν ανάλογα με την πλευρά που τις διατυπώνει. Ετσι, οι απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας θα αυξηθούν είτε οσονούπω, είτε πολύ σταδιακά. Τα μπόνους θα καταβάλλονται είτε υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, είτε βάσει γενικών αρχών. Τα λογιστικά πρότυπα είτε θα διέπονται από μεγαλύτερη προοπτική, είτε θα χαλαρώσουν για να αποτρέψουν ταυτόχρονη καταγραφή πολλών ζημιών.

Αραγε, θα υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια στο Πίτσμπουργκ; Το δύσκολο έργο εν όψει της συνόδου ανατέθηκε στο Συμβούλιο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας, με έδρα τη Βασιλεία. Το πιο επίμαχο θέμα είναι τα μπόνους. Γερμανία και Γαλλία απαιτούν σκληρή γραμμή, ενώ Βρετανία και ΗΠΑ επιδεικνύουν μεγαλύτερη απροθυμία στην υιοθέτηση αυστηρών κανόνων. Ωστόσο, παρά τις εκατέρωθεν επιδείξεις ισχύος, μοιάζει να υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού. Το μεγαλύτερο μέρος θα πληρώνεται σε μετοχές και όχι σε ρευστό, ενώ η καταβολή του θα γίνεται κατά κύριο λόγο αναδρομικά. Μένει να συμφωνηθούν τα αντίστοιχα ποσοστά. Το αρχικό σχέδιο επιβολής πλαφόν στο ύψος των αποδοχών φαίνεται πως έχει μπει στο «χρονοντούλαπο». Κάποιες χώρες ίσως μπορούν ακόμα να ενεργούν μονομερώς – η Ολλανδία κατήρτισε κώδικα επιβολής ορίων στα μπόνους των μελών των διοικητικών συμβουλίων. Η κεφαλαιακή επάρκεια είναι ζήτημα λιγότερο συναρπαστικό, πλην όμως σημαντικότερο. Ολοι συμφωνούν ότι η δραστική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων είναι η καλύτερη προστασία έναντι των ζημιών. Το πρόβλημα είναι ο χρόνος. Πολλές τράπεζες στην Ευρώπη έλαβαν «υβριδικά κεφάλαια» από το κράτος, τα οποία δεν προσμετρώνται στα καθαρά ίδια κεφάλαια (οι τράπεζες στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, αντιθέτως, υποχρεώθηκαν να αυξήσουν την καθαρή θέση τους). Μια ταχεία αλλαγή των κανόνων θα τις υποχρέωνε να αρχίσουν να συγκεντρώνουν ξανά κοινές μετοχές από το κράτος ή από ιδιώτες επενδυτές. Αλλά και στην Ιαπωνία, οι τράπεζες διαθέτουν πολλές προνομιούχες μετοχές στην κεφαλαιακή βάση τους. Οι εκεί ρυθμιστικές αρχές φοβούνται πως οι Δυτικοί κινούνται υπερβολικά γρήγορα. «Είναι επικίνδυνο», υποστηρίζουν κάποιοι. Η κατάρτιση κανόνων «δεν πρέπει να διεξάγεται σε περιβάλλον κοινωνικής οργής».

Η μεταρρύθμιση στα κεφάλαια δυσκολεύει περισσότερο με την κρυφή, πλην όμως υπαρκτή διένεξη για τα λογιστικά πρότυπα. Αναλόγως του τρόπου αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού στον ισολογισμό, το ύψος των κεφαλαίων που διαθέτουν σήμερα οι τράπεζες μπορεί να ποικίλει σε τεράστιο βαθμό. Ολοι διατείνονται ότι επιθυμούν υψηλής ποιότητας παγκόσμια πρότυπα, συνήθως όμως εννοούν διαφορετικά πράγματα. Οι Αμερικανοί προτιμούν το σύστημα mark-to-market, ρύθμιση που επιβάλλει στις εταιρείες την αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού τους σε τρέχουσες τιμές αγοράς. Ομως, οι κυβερνήσεις της ηπειρωτικής Ευρώπης ζητούν επαναφορά στους «στρογγυλεμένους» ισολογισμούς, που προορίζονται κυρίως για τις ρυθμιστικές αρχές και όχι για τους επενδυτές.

Αν και μοιάζει απίθανο ο Μπαράκ Ομπάμα, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και οι υπόλοιποι ομόλογοί τους να ταχθούν ένθερμα υπέρ της μιας ή της άλλης μεθόδου, τουλάχιστον υπάρχει ολόκληρη στρατιά τεχνοκρατών που ενθουσιάζεται για λογαριασμό τους. Η επιτροπή τραπεζικής εποπτείας της Βασιλείας κατέθεσε νέες προτάσεις τόσο για τα κεφάλαια όσο και για τη ρευστότητα. Οι ποικίλοι λογιστικοί οργανισμοί προσπαθούν να κατευνάσουν τους πολιτικούς, αποφεύγοντας όμως να χαμηλώσουν υπερβολικά τον πήχυ. Η δυσκολία και μόνο αυτών των μεταρρυθμίσεων σημαίνει πως θα χρειαστούν πολλοί μήνες, ίσως και χρόνια, για να καταρτισθούν πλήρως και να εφαρμοσθούν.

Σημαίνει, άραγε, αυτό ότι το Πίτσμπουργκ θα αποδειχθεί φιάσκο; Ισως κατορθώσει να προκαλέσει κάποια πυροτεχνήματα σε ό,τι αφορά τα μπόνους, όχι όμως και σε σχέση με τα βαθύτερα ζητήματα: ένα κύμα αναγκαστικής αύξησης μετοχικού κεφαλαίου από ευρωπαϊκές και ιαπωνικές εταιρείες είναι μάλλον απίθανο. Κατά μια έννοια, αυτό είναι καλό. Η μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι περίπλοκη. Και παρότι οι τράπεζες χρειάζονται πολύ περισσότερα κεφάλαια, δεν υπάρχει βιασύνη όσο ακόμη προστατεύονται από κρατικές εγγυήσεις και η οικονομία είναι εύθραυστη. Το Πίτσμπουργκ μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται: ηχηρά λόγια και η ανάθεση, στους ειδικούς, του σχεδιασμού νέων και μεγαλύτερων «μαστιγίων».