ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Στο παρά πέντε της συνόδου κορυφής του G20, η χθεσινή προειδοποίηση της Γερμανίδας καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ πυροδοτεί τον διχασμό σε μια κοινή στρατηγική αντιμετώπισης της -μετά την κρίση- εποχής. H σύνοδος κορυφής των 20 ηγετών των πλούσιων και ισχυρών αναπτυσσόμενων χωρών που πραγματοποιείται από χθες στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, ξεκίνησε προκαλώντας αγωνία στους πάντες. Οι επενδυτές θορυβήθηκαν από τη διαφαινόμενη σύγκρουση των 20 για τις προτεραιότητες της κρίσης. Η Μέρκελ κατήγγειλε εμμέσως, πλην σαφώς, τους Αμερικανούς ότι χειραγωγούν τη σύνοδο υπέρ της αντιμετώπισης των μακροοικονομικών ισορροπιών, ενώ πρωτεύει η επίλυση της εποπτείας και των «υποχρεωτικών κανόνων» στα μπόνους των τραπεζιτών.

Βεβαίως, όλοι συμφωνούν ότι τα εργαλεία της χαλαρής νομισματικής πολιτικής καθώς και τα δημοσιονομικά κίνητρα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ μέχρις ότου διασφαλιστεί η πορεία σταθερής ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Οι αμφιλεγόμενες προτάσεις πρόωρης εξόδου από την κρίση σε περίοδο επικίνδυνης ακόμη δοκιμασίας για τις οικονομικές συνθήκες και την απασχόληση, απορρίφθηκαν. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: το G20 θέλει να κερδίσει χρόνο.

Οι ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες έχουν διαθέσει τρισεκατομμύρια δολάρια για την ενίσχυση των οικονομιών τους. Ομως, οι δυσοίωνες ενδείξεις από το μέτωπο της αγοράς εργασίας υποδαυλίζουν τις ανησυχίες ολόκληρου του κόσμου. Το ρίσκο μιας νέας επιδείνωσης παραμένει υψηλό τη στιγμή που οι πόροι που διαθέτουν οι κυβερνήσεις είτε από φορολογικά έσοδα είτε από δανεικά πλησιάζουν τα όριά τους και καταφεύγουν στις μαζικές πωλήσεις κρατικών τίτλων. Οταν οι στρατιές των ανέργων συνεχίζουν να αυξάνονται, υπάρχει έκδηλη ανησυχία σε όλους τους λαούς. Η αντιμετώπιση της κρίσης έγινε με γενναία μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής και τον πακτωλό τρισεκατομμυρίων δολαρίων που έριξαν στο τραπεζικό σύστημα για τη διάσωση των τραπεζών. Παρά το μεγαλόπνοο πρόγραμμα διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας ύψους 787 δισ. δολαρίων του προέδρου Ομπάμα, που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο στις αρχές του Φεβρουαρίου με στόχο τη δημιουργία 3,5 εκατ. θέσεων εργασίας εντός δύο ετών, η ανεργία καλπάζει.

Ευτυχώς, οι αγορές έχουν καλμάρει. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες έχουν καταγράψει υψηλά κέρδη από το ναδίρ των 12 ετών στο οποίο είχαν βυθιστεί στις 9 Μαρτίου, καθώς οι επενδυτές αγόρασαν εν θερμώ επί μήνες τραπεζικές μετοχές. Η θύελλα που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ όταν έσκασαν τα διαβόητα subprime στεγαστικά δάνεια υψηλού ρίσκου της αγοράς κατοικίας και τα «τοξικά» ομόλογα, προκαλώντας παγκόσμια πιστωτική ασφυξία και διάλυση του τραπεζικού συστήματος, που βύθισε τις οικονομίες στη χειρότερη ύφεση από το 1930 και στη χρεοκοπία τη Lehman Brothers, αποτελεί παρελθόν.

Αλλά, δυο χρόνια μετά, η κρίσιμη μεταρρύθμιση που έχει επεξεργαστεί η κυβέρνηση Ομπάμα για το τραπεζικό και χρηματοοικονομικό σύστημα των ΗΠΑ παραμένει σε αδιέξοδο. Οι αντιστάσεις των τραπεζιτών της Wall Street απέναντι στη μεταρρύθμιση ήταν και είναι απίστευτες. Αλλά ουδείς γνωρίζει το πώς θα επανέλθει πάλι το αίσθημα εμπιστοσύνης στο κοινό, όταν όλες οι αμερικανικές τράπεζες είναι με την πλάτη στον τοίχο και εξακολουθούν και επιβιώνουν μόνο χάρη στα λεφτά των Αμερικανών φορολογουμένων. Ούτε η ροή των πιστώσεων στις οικονομίες είναι ακόμη ομαλή, ούτε και η εξυγίανση των τραπεζών από τα «τοξικά» ομόλογα έχει επιτευχθεί.

Πάντως, δύο τράπεζες -η JPMorgan Chase και η Goldman Sachs- έχουν καταστεί παντοδύναμες, δύο κολοσσοί -η Bank of America και η Citigroup- έχουν διαλυθεί και πέντε -Lehman Brothers, Merrill Lynch, Bear Stearns, Washington Mutual και Wachovia- είτε χρεοκόπησαν είτε πουλήθηκαν για ψίχουλα.