ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ρ. Ζέλικ: «Μη θεωρείτε την παντοδυναμία του δολαρίου δεδομένη»

Η παντοδυναμία του δολαρίου ως παγκοσμίου νομίσματος δεν είναι δεδομένη, καθώς αναδύονται εναλλακτικές δυνατότητες. Την προειδοποίηση αυτή απηύθυνε χθες προς τις ΗΠΑ ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ρόμπερτ Ζέλικ, που αναφέρθηκε στα νέα υπό διαμόρφωση δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας και τον πολυπολικό κόσμο που αναδύεται μέσα από αυτά, και κάλεσε τους ιθύνοντες της πολιτικής και της οικονομίας να προετοιμαστούν για τη νέα κατάσταση.

Στο πλαίσιο ομιλίας του στο πανεπιστήμιο JohHopkins, στην Ουάσιγκτον, ο κ. Ζέλικ προειδοποίησε τις ΗΠΑ πως «κάνουν λάθος αν θεωρούν δεδομένη τη θέση του δολαρίου ως κυρίαρχου νομίσματος αποθεμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο» και τόνισε πως «κοιτάζοντας μπροστά θα διαπιστώσουμε πως υπάρχουν πολλές εναλλακτικές του δολαρίου». Προσέθεσε πως αλλάζουν οι παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις γι’ αυτό και είναι καιρός να προετοιμαστούμε για μια κατάσταση στην οποία η ανάπτυξη θα προέρχεται από πολλές διαφορετικές πηγές. Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση πως η συνάντηση του G20 στο Πίτσμπουργκ έκανε «καλή αρχή» προς την κατεύθυνση μιας αυξημένης παγκόσμιας συνεργασίας. Προειδοποίησε, όμως, πως έχοντας πλέον υπερκεράσει τα G7 και G8 ως διεθνή φόρουμ για τη διεθνή οικονομική συνεργασία, το G20 δεν πρέπει να ξεχάσει τις 160 χώρες που παραμένουν έξω από τους κόλπους του, αλλά αντιθέτως πρέπει να επιδιώξει να δημιουργήσει ευκαιρίες για αυτές. «Χρειαζόμαστε ένα σύστημα διεθνούς πολιτικής οικονομίας που να αντανακλά την ανάπτυξη την προερχόμενη από πολλούς πόλους», τόνισε και προσέθεσε πως το σύστημα αυτό πρέπει να ενσωματώσει τις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις ως «υπεύθυνους μετόχους».

Δεν παρέλειψε, πάντως, να τονίσει την ανάγκη η νέα κατάσταση πραγμάτων να λάβει υπόψη πως οι αναδυόμενες αυτές οικονομίες εξακολουθούν να έχουν εκατοντάδες εκατομμύρια φτωχών πολιτών και να «αντιμετωπίζουν επίμονες προκλήσεις στην ανάπτυξή τους». Και, τέλος, τόνισε πως το καινούργιο σύστημα δεν πρέπει να είναι ούτε ιεραρχικό ούτε γραφειοκρατικό. Αναφερόμενος, άλλωστε, στην τρέχουσα οικονομική κρίση, επέρριψε την ευθύνη στις σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες, επειδή «δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους της νέας οικονομίας». Στην περίπτωση, πάντως, της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, τάχθηκε κατά της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της και υποστήριξε πως το υπουργείο Οικονομικών είναι πιο κατάλληλος φορέας για να διαχειρίζεται τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Χαρακτηριστικά τόνισε πως «θα είναι δύσκολο να δώσει στους ανεξάρτητους και πανίσχυρους τεχνοκράτες της Federal Reserve περισσότερη εξουσία» και προσέθεσε πως πεποίθησή του περί της διαχείρισης της κρίσης είναι ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών χρειαζόταν περισσότερες εξουσίες, ώστε να συγκεντρώσει μια σειρά διαφορετικών ρυθμιστικών αρχών και να μπορέσει να διαχειριστεί την κρίση. Προσέθεσε, επιπλέον, πως εφόσον το υπουργείο Οικονομικών είναι ένα υπουργείο με εκτελεστική εξουσία, «το Κογκρέσο και η κοινή γνώμη μπορούν να εποπτεύουν πιο άμεσα τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει τις διευρυμένες εξουσίες του».