ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αγώνας δρόμου για το χρέος των ΗΠΑ

Σε απόσταση αναπνοής από την κρίσιμη ημερομηνία της 2ας Αυγούστου, οπότε θα στερέψουν τα ταμεία του αμερικανικού κράτους αν δεν συμφωνηθεί μέχρι τότε αύξηση του ορίου δανεισμού των ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, κάλεσε το Κογκρέσο να καταλήξει σε ένα σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης που να μπορεί να γίνει δεκτό και από τα δύο κόμματα, ώστε να αποτραπεί μια στάση πληρωμών. Σε τόνο προτρεπτικό προς Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς, δήλωσε πως «συμφωνούν, χονδρικά», και πως «τώρα» είναι η ώρα του συμβιβασμού. Ηταν μια από τις τελευταίες προσπάθειες για εξεύρεση κοινού εδάφους, καθώς φαινόταν να εξανεμίζονταν οι ελπίδες για έναν έγκαιρο συμβιβασμό, αφού τα δύο κόμματα επέμεναν να προωθούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους σχέδια.

Οικονομολόγοι, επενδυτές και απλοί πολίτες σε όλον τον κόσμο παρακολουθούν τη διελκυστίνδα στο αμερικανικό Κογκρέσο και προσπαθούν να προβλέψουν τις επιπτώσεις του αδιανόητου που φαίνεται πλέον πιθανό: μιας στάσης πληρωμών της μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο.

Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης απειλούν μάλιστα τις ΗΠΑ με υποβάθμιση ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία, εφόσον αυτή δεν προβλέπει επαρκείς περικοπές δαπανών. Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποιεί για τις επιπτώσεις μιας στάσης πληρωμών στην παγκόσμια οικονομία και το δολάριο. Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ρόμπερτ Ζέλικ, κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι παίζουν με τη φωτιά.

Ο οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπίνι, που έγινε γνωστός επειδή προέβλεψε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, είναι από τους λίγους που παραμένουν αισιόδοξοι ότι την ύστατη στιγμή θα επιτευχθεί συμφωνία ανάμεσα σε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς και οι ΗΠΑ θα αποφύγουν μια στάση πληρωμών. Κάποιοι άλλοι δείχνουν να χάνουν την αρχική τους αισιοδοξία όπως για παράδειγμα οι Κινέζοι, οι μεγαλύτεροι πιστωτές της Αμερικής που κατέχουν αμερικανικά ομόλογα αξίας 1,159 τρισ. δολαρίων. Μέχρι πριν από λίγες ημέρες ο σύμβουλος της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας, Σία Μπιν, δήλωνε βέβαιος πως θα επιτευχθεί συμφωνία. Τις τελευταίες ημέρες, όμως, η ανησυχία είναι έκδηλη στην Κίνα. Το κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Σινχουά κατηγόρησε τους Αμερικανικούς πολιτικούς για επιπολαιότητα, διαπιστώνοντας πως η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου έχει εγκλωβιστεί σε ένα «επικινδύνως ανεύθυνο» πολιτικό παιχνίδι.

Πέραν της ανησυχίας της ως πιστωτή της Αμερικής, η Κίνα ενδέχεται να υποστεί και παράπλευρες απώλειες. Οπως επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της TempletoAsset Management, Μαρκ Μόμπιους, αν οι ΗΠΑ δεν καταλήξουν σε συμφωνία για την αύξηση του ορίου δανεισμού θα προκαλέσουν μαζικές εισροές κεφαλαίων στα νομίσματα και τις μετοχές της Ασίας. Επικαλούμενος την υποχώρηση που σημείωσε ο δείκτης ισοτιμίας του δολαρίου έναντι των σημαντικότερων διεθνών νομισμάτων στη διάρκεια της κρίσης των επισφαλών στεγαστικών δανείων, ο Μόμπιους προεξοφλεί κάτι ανάλογο σε περίπτωση στάσης πληρωμών. Σύμφωνα με τον διάσημο διαχειριστή, οι χώρες της Ασίας και οι άλλες αναδυόμενες αγορές θα προσελκύσουν κεφάλαια επειδή έχουν χαμηλότερο χρέος και υψηλότερα συναλλαγματικά διαθέσιμα σε σύγκριση με τις βιομηχανικές χώρες. Και βέβαια ο ίδιος επισημαίνει πως ένα ενισχυμένο νόμισμα μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για τις εξαγωγές. Στο μεταξύ ένταση και επικρίσεις προκαλεί η προοπτική να δώσει προτεραιότητα η αμερικανική κυβέρνηση σε ορισμένες υποχρεώσεις της έναντι άλλων. Σύμφωνα με τον Μαρκ Ζάντι, επικεφαλής των οικονομολόγων της Moody’s Analytics, θα είναι πολιτικά επιζήμιο να επιλέξει η κυβέρνηση αν θα πληρώσει τους κατόχους αμερικανικών ομολόγων, τους συνταξιούχους ή τους στρατιωτικούς. Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, έχει χαρακτηρίσει τη χάραξη προτεραιοτήτων αυτού του είδους «απερίσκεπτη, ανεφάρμοστη, απαράδεκτα επισφαλή και άδικη για τον αμερικανικό λαό».

Σύμφωνα με ερευνητικό όμιλο που έχουν σχηματίσει πρώην ηγετικά στελέχη της Γερουσίας και από τα δύο κόμματα, η αμερικανική κυβέρνηση δεν θα μπορεί να καλύψει περίπου το 50% των υποχρεώσεών της αν δεν εγκρίνει το Κογκρέσο την αύξηση του ορίου δανεισμού. Υπολογίζει, για παράδειγμα, πως από τις 3 Αυγούστου και μέχρι το τέλος του μηνός το υπουργείο Οικονομικών θα έχει έσοδα της τάξης των 172,4 δισ. δολαρίων, ενώ οι υποχρεώσεις του θα φθάνουν τα 306,7 δισ. δολάρια.