ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εντείνεται ο προβληματισμός για το κόστος της διάσωσης

Κατώτερη των περιστάσεων χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Φρέντερικ Ράινφελντ, ο οποίος θύμισε ότι αντίστοιχη κρίση είχε βιώσει η χώρα του το 1992, όταν το έλλειμμα έφτανε το 10% και και το χρέος το 70%. Η συνταγή που εφαρμόστηκε τότε ήταν εντελώς αντίθετη με αυτήν που υιοθετεί σήμερα η Ευρωζώνη: οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν χάρις στα κίνητρα που δόθηκαν για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και παράλληλα οι προβληματικές τράπεζες αφέθησαν σε πτώχευση. Ανάλογοι προβληματισμοί για το μέλλον των ευρωπαϊκών τραπεζών και το κόστος μιας ενδεχόμενης διάσωσής τους διατυπώνουν επενδυτές και αναλυτές σε χθεσινό πρωτοσέλιδο άρθρο της International Herald Tribune. «Το πρόβλημα αυτό μοιάζει με καρκινογένεση. Η Γαλλία δεν θα διστάσει να στηρίξει τις τράπεζές της, αλλά αυτό θα είναι εξόχως δαπανηρό», δήλωσε ο Στίβεν Γιεν, πρώην οικονομολόγος του ΔΝΤ και σημερινός διαχειριστής hedge fund στο Λονδίνο.

«Αδράνεια»

«Οι χώρες της Ευρωζώνης γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν αλλά δεν το κάνουν», δήλωσε ο Ράινφελντ. Αναφερόμενος εμμέσως και στις χώρες του Νότου καταλόγισε «αδράνεια ως προς την εφαρμογή πραγματικών μεταρρυθμίσεων που δεν έγιναν ποτέ». «Δεν μπορούν παρά να κατηγορούν τον εαυτό τους. Υπάρχουν αλλεπάλληλες συστάσεις, αναφορές και εκθέσεις για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να εφαρμόσει κάθε χώρα», σημείωσε.

Απέφυγε να επιμερίσει τις ευθύνες, όμως άφησε να εννοηθεί ότι αυτές βαραίνουν τόσο τις «αδύναμες» οικονομίες όσο και τις πιο ισχυρές. «Οταν μιλάς πολύ αλλά δεν κάνεις τίποτε, τότε γεννιέται η ανησυχία», τόνισε σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη στη Στοκχόλμη. Υπενθυμίζεται ότι τα μεγάλα προβλήματα των ευρωπαϊκών τραπεζών και δη των γαλλικών ξεκίνησαν με τη φημολογία ότι η Γαλλία θα υποβαθμιστεί από τους οίκους αξιολόγησης. Οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας έχουν μεγάλα χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών ομολόγων, τα οποία αποτελούν σημαντικό κομμάτι του κεφαλαίου της. Η προοπτική υποβάθμισης θα σήμαινε ότι οι τράπεζες αυτές θα έπρεπε άμεσα να συγκεντρώσουν κεφάλαια. Αν η Γαλλία αιμοδοτήσει μία παραπαίουσα τράπεζα με ρευστό, η πρόσθετη επιβάρυνση στο χρέος θα μπορούσε να εξωθήσει τους οίκους σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητάς της, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος θα επιδεινώσει την ευρωπαϊκή κρίση χρέους.

«Αυτό που με εντυπωσιάζει στην τρέχουσα κρίση των τελευταίων εβδομάδων είναι το εύρος των αυτοεκπληρούμενων προφητειών», σχολίασε ο Πολ Ντε Γκροβ, οικονομολόγος στις Βρυξέλλες και ένας από τους από τους συμβούλους του προέδρου της Κομισιόν, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. «Ο φόβος ότι κάτι κακό θα συμβεί αυξάνει την πιθανότητα ότι κάτι κακό θα συμβεί στην πραγματικότητα», πρόσθεσε. Αυτό που επιτείνει την αγωνία των αγορών είναι η συνειδητοποίηση πως οι χώρες που υποσχέθηκαν να συμμετάσχουν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι πιθανό να παρουσιάσουν μεγαλύτερες ζημίες απ’ ό, τι αναμενόταν. Η τράπεζα Societe General, που είναι από τις πλέον εκτεθειμένες σε ελληνικά ομόλογα, ανακοίνωσε διαγραφές ύψους 268 εκατ. ευρώ στις αρχές του μήνα. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις η πιεστική ανάγκη των τραπεζών τους να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους χρηματοδότησης απλώς δυσχεραίνει την εξεύρεση χρημάτων για τις ίδιες σε μια αγορά που ήδη δοκιμάζεται από την κρίση. Στην καρδιά της ευρωπαϊκής τραπεζικής κρίσης βρίσκεται η πιεστική ανάγκη των μεγάλων τραπεζών να συγκεντρώσουν χρήματα μέσα σε εξαιρετικά αρνητικό κλίμα στις αγορές.