ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πάνω από 40.000 απολύσεις στις τράπεζες

Ως «λουτρό αίματος» περιγράφει το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg τον τελικό απολογισμό των απολύσεων που έχουν ανακοινωθεί από τις ευρωπαϊκές τράπεζες μέσα στον Αύγουστο. Υπολογίζεται ότι πάνω από 40.000 υπάλληλοι ή στελέχη τραπεζών θα απολυθούν από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες, τα οποία απασχολούνται εντός ή εκτός έδρας. Μέσα στην εβδομάδα, η ελβετική UBS ανακοίνωσε σχέδια για μείωση του προσωπικού της κατά 5%, δρομολογώντας, ουσιαστικά, την απόλυση 3.500 ατόμων από 65.000 που απασχολεί παγκοσμίως. Ιδιαίτερα προβληματισμένος ήταν, στο μεταξύ, ο βρετανικός Τύπος, καθώς οι απολύσεις αφορούν, κυρίως, τις δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής. Το Σίτι του Λονδίνου αποτελεί το μεγαλύτερο κέντρο παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μετά τη Γουόλ Στριτ στη Νέα Υόρκη, γεγονός που το καθιστά μείζονος σημασίας για τη βρετανική οικονομία. Στο μεταξύ, η Credit Suisse προγραμματίζει την κατάργηση 2.000 θέσεων εργασίας. Οι HSBC Holdings και Royal Bank of Scotland έχουν αποφασίσει τη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 30.000 και 2.000, αντίστοιχα. Η Barclays θα απολύσει 3.000 άτομα. Από τις αρχές του έτους έχουν ανακοινωθεί 65.000 απολύσεις, αντανακλώντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2008, οπότε χρεοκόπησε η Lehman Brothers. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αιτιολογούν αυτά τα μέτρα στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, αλλά και το υφιστάμενο κλίμα επιφυλακτικότητας στις αγορές. Οι ελβετικές UBS και Credit Suisse ανακοίνωσαν πτώση κερδών κατά 70% και πλέον στο διάστημα του δεύτερου τριμήνου. Τα έσοδα της Royal Bank of Scotland από τη διαπραγμάτευση αξιών (ομόλογα, μετοχές και άλλα αξιόγραφα) μειώθηκαν κατά 35% την ίδια περίοδο, ενώ τα προ φόρων κέρδη της Barclays υποχώρησαν κατά 27%.

Παράλληλα, οι τράπεζες επικαλούνται την αύξηση του βασικού μισθού των τραπεζικών στελεχών και των χρηματιστών ως αντιστάθμισμα των μέτρων για τη μείωση των μπόνους. Οι μεταρρυθμίσεις αυξάνουν, επίσης, το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τη διατραπεζική αγορά, με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και πιο συντηρητική η συμπεριφορά του κλάδου.