ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιβολή προστίμων σε τράπεζες και εταιρείες για τις κατασχέσεις κατοικιών

Στην «τακτοποίηση» όλων των ευθυνών τους στην τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση στοχεύουν οι αμερικανικές τράπεζες στο πλαίσιο κυβερνητικών ερευνών για την καταπάτηση δικαιωμάτων των δανειοληπτών εν μέσω διαδικασιών κατάσχεσης. Οι ομοσπονδιακές και πολιτειακές αρχές στις ΗΠΑ επιδιώκουν την επιβολή προστίμων 20 με 25 δισ. δολαρίων στις Bank of America, J.P Morgan Stanley και άλλες εταιρείες ή τράπεζες του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κλάδου, καθώς διαπιστώθηκε ότι οι κατασχέσεις που πραγματοποιήθηκαν από τη νομική τους υπηρεσία ήταν εις βάρος των δικαιωμάτων των δανειοληπτών. Στην καρδιά της τελευταίας χρηματοπιστωτικής κρίσης βρίσκεται η ύφεση στην αμερικανική αγορά στεγαστικής πίστης, η οποία ξέσπασε το 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Στα 4,38 εκατομμύρια Αμερικανούς υπολογίζονται τα δάνεια με καθυστέρηση 30 ημερών για την αποπληρωμή των δόσεων. Ακόμη 2,16 εκατομμύρια κατοικίες βρίσκονται σε διαδικασία κατάσχεσης.

Το συνολικό ποσό επισφαλών δανείων και κατασχέσεων φθάνει τα 1,27 τρισ. δολάρια, δηλαδή είναι ισάξιο των δανείων της Fed στις τράπεζες και τις εταιρείες της Wall Street. Μάλιστα, ο υψηλότερος δανεισμός που είχε καταγραφεί μέχρι το 2007, οπότε ξέσπασε η κρίση, περιοριζόταν στα 46 δισ. δολάρια, τα οποία παραχωρήθηκαν μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001.

Σήμερα, οι τράπεζες προκαλούν την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ, καθώς στοχεύουν στην καταβολή των 20 με 25 δισ. δολαρίων ως συνολική αποζημίωση για κάθε παρατυπία που μπορεί να διενεργήθηκε πριν και εν μέσω της κρίσης εις βάρος δανειοληπτών αλλά και επενδυτών στην αμερικανική αγορά στεγαστικής πίστης. «Στόχος τους είναι να απαλλαχθούν από κάθε υποχρέωση», σχολιάζει Αμερικανός αξιωματούχος στην αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal. Το «νομικό άσυλο» που επιδιώκεται σε μια συμβιβαστική λύση ευρείας κλίμακας από τις τράπεζες δεν αφορά μόνο τις διαδικασίες κατασχέσεων αλλά και τους όρους έγκρισης των στεγαστικών δανείων, την τιτλοποίησή τους σε ομόλογα και άλλες πρακτικές που βρίσκονται στο στόχαστρο ομοσπονδιακών και πολιτειακών αρχών.

Οι Αρχές, από την πλευρά τους, απορρίπτουν την παραχώρηση «νομικής ασυλίας» καθώς οι τράπεζες θεωρούνται υπεύθυνες για την έκταση της τελευταίας χρηματοπιστωτικής κρίσης λόγω της ευκολίας στην παραχώρηση δανείων στεγαστικής πίστης, εκμεταλλευόμενες τη μεγάλη άνοδο των τιμών. Σήμερα, εκατομμύρια Αμερικανοί παλεύουν να αποπληρώσουν στεγαστικά δάνεια, που είναι πολύ υψηλότερα από την αξία της ακίνητης περιουσίας τους. Πολλοί θεωρούσαν ότι η πτώση των τιμών στο Σιάτλ θα περιορίζονταν στο 12%. Από τα μέσα του 2007, οπότε είχαν φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, έχουν υποχωρήσει κατά 31%. Προβλέπεται, μάλιστα, ότι θα ακολουθήσει περαιτέρω πτώση, της τάξεως του 10% στο Σιάτλ και 5% με 7% στη χώρα, συνολικά, λόγω της λήξης των φοροαπαλλαγών που είχε θεσμοθετήσει η κυβέρνηση.

Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι μια λύση ευρείας κλίμακας θα συμβάλει στην αποκατάσταση της ομαλότητας στην αγορά κατοικίας, η οποία παραμένει παγιδευμένη σε ύφεση από το 2007. Πληροφορίες της Wall Street Journal αποκαλύπτουν ότι οι τράπεζες είναι διατεθειμένες να καταλήξουν σε συμβιβαστική λύση, που θα εγκρίνεται από το 80% των πολιτειών που εμπλέκονται στη διαδικασία. Οι διαβουλεύσεις μεταξύ ομοσπονδιακών, πολιτειακών αρχών και τραπεζών δεν συσχετίζονται με πρόστιμα που επιβλήθηκαν μέσα στο έτος από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς (SEC).

H JPMorgan Chase είχε προ μηνών καταβάλει 153,6 εκατ. δολάρια για να «κλείσει» υπόθεση αμέλειας εις βάρος πελατών της εν μέσω της κρίσης. Η Goldman Sachs είχε, επίσης, πληρώσει πρόστιμο 550 εκατ. δολαρίων προ ενός έτους. Και στις δύο περιπτώσεις, οι τράπεζες δεν ενημέρωσαν πελάτες τους με τοποθετήσεις σε ομόλογα στεγαστικής πίστης ότι διαχειριστές κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είχαν συνεργαστεί με αυτές για τη δημιουργία πιστωτικών παραγώγων με στοιχήματα για την κατάρρευση των ίδιων επενδύσεων.