ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δραστικότερα μέτρα ζητούν οι αγορές

Οι κινήσεις των κεντρικών τραπεζών δεν εντυπωσιάζουν πλέον τους επενδυτές, γεγονός που γίνεται αντιληπτό στα χρηματιστήρια και στις αγορές νομισμάτων. Οι επενδυτές φαίνεται να ανέμεναν πιο τολμηρές κινήσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πέρα από τη μείωση του βασικού επιτοκίου στο 0,75% και -κυρίως- τη μείωση του επιτοκίου καταθέσεων στο μηδέν. «Η περικοπή των επιτοκίων από την ΕΚΤ έχει μέχρι στιγμής ισχυρότερες επιπτώσεις στη Γερμανία και σε άλλες περιοχές της Ευρωζώνης όπου οι αγορές λειτουργούν φυσιολογικά», παρατηρεί η διευθύντρια της G+ Economics, Λένα Κομίλεβα. Ενδεικτικά, μετά τη μείωση των επιτοκίων την προηγούμενη Πέμπτη, οι αποδόσεις των γερμανικών διετών ομολόγων διαμορφώνονται κοντά σε μηδενικά επίπεδα, ενώ ευνοούνται και τα ομόλογα μικρής διάρκειας άλλων χωρών του πυρήνα της Ευρωζώνης, όπως η Γαλλία, η Ολλανδία και η Φινλανδία.

Την ίδια ώρα, το ενιαίο νόμισμα κατέγραψε χθες για τρίτη συναπτή μέρα νέο χαμηλό διετίας έναντι του δολαρίου, φθάνοντας έως και τα 1,2165 δολάρια, μετά την επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος που επέφερε στην αγορά η δημοσιοποίηση των πρακτικών της Fed, στα οποία δεν διαφαίνεται άμεση πρόθεση λήψης περαιτέρω μέτρων χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής. Επίσης, οι αγορές φάνηκαν να απογοητεύονται και από την απόφαση της Τράπεζας της Ιαπωνίας να μην προχωρήσει σε μέτρα νομισματικής επέκτασης, παρά το γεγονός ότι επέκτεινε το πρόγραμμα αγοράς ενεργητικού κατά πέντε τρισ. γιεν στα 45 τρισ. (564 δισ. δολάρια).

Αρκετοί αναλυτές αποδίδουν την καθοδική πορεία που ακολουθεί κατά το τελευταίο διάστημα το ευρώ και στην κίνηση της ΕΚΤ να μειώσει το επιτόκιο για καταθέσεις μιας ημέρας από το 0,25% στο μηδέν την προηγούμενη Πέμπτη. Το επιτόκιο καταθέσεων μιας ημέρας αποτελεί ουσιαστικά το επιτόκιο που κερδίζουν οι εμπορικές τράπεζες όταν «παρκάρουν» τα κεφάλαιά τους στην ΕΚΤ. Η συγκεκριμένη κίνηση καθιστά το ευρώ λιγότερο ελκυστικό έναντι του δολαρίου και του γιεν, που και ασφαλή καταφύγια θεωρούνται σε περιόδους κρίσης και ενισχύονται μαζί με την οικονομία σε περιόδους ανάπτυξης. Αντίθετα, με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης να μονοπωλεί πλέον τις ανησυχίες, οι επενδυτές αποφεύγουν το ευρώ. Η μείωση των επιτοκίων επιφέρει ένα δεύτερο χτύπημα στο ευρώ, οι απώλειες του οποίου έναντι του δολαρίου από τη μείωση του επιτοκίου την Πέμπτη και έπειτα είναι όσο μεγάλες ήταν οι απώλειές του κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους. Το μηδενικό επιτόκιο ενθαρρύνει τους επενδυτές να πουλήσουν ευρώ και να χρησιμοποιήσουν τα έσοδά τους για να αγοράσουν περιουσιακά στοιχεία υψηλότερων αποδόσεων, εκτοπίζοντας έτσι πιθανότατα το γιεν και το δολάριο ως την παραδοσιακή επιλογή «νομίσματος χρηματοδότησης», αναφέρει στο Πρακτορείο Reuters o αναλυτής της Deutsche Bank στο Λονδίνο, Γιώργος Σαράβελος. Οι συγκεκριμένες τάσεις θα εξασφαλίσουν ότι το ευρώ θα διευρύνει ακόμα περισσότερο την καθοδική του πορεία, οδηγώντας το, όπως εκτιμά ο ίδιος, κοντά στα 1,20 δολάρια τους επόμενους μήνες. «Με τη μείωση του επιτοκίου καταθέσεων, η ΕΚΤ κατέστησε το ευρώ ως το νόμισμα χρηματοδότησης στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές» τονίζει ο αναλυτής της Standard Chartered, Νεντ Ρούμπελτιν.

Σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Bank, «οι καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ αποτελούν πλέον κόστος για τις τράπεζες και θα οδηγηθούν σταδιακά σε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι τράπεζες περιόρισαν περισσότερο από 50% τις καταθέσεις overnight, κατά την πρώτη κιόλας μέρα που τέθηκε σε ισχύ η απόφαση της ΕΚΤ για την επιβολή μηδενικού επιτοκίου στο συγκεκριμένο επίπεδο καταθέσεων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ οι τράπεζες «πάρκαραν» την Τετάρτη στην κεντρική τράπεζα 324,9 δισ. ευρώ, έναντι 808 δισ. ευρώ της Τρίτης.

Η Deutsche Bank σημειώνει ότι η μείωση των επιτοκίων λειτουργεί αρνητικά για το ευρώ και διότι αποτελεί μία ένδειξη ότι αυξάνονται οι απαισιόδοξες τάσεις για την πορεία της Ευρωζώνης.