ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στον δρόμο της ύφεσης και η Γαλλία, μείωση εξαγωγών για τη Γερμανία

Πυκνώνουν τα σύννεφα πάνω από την Ευρωζώνη, καθώς μία ημέρα μετά τις δυσοίωνες ειδήσεις περί ύφεσης στην Ιταλία και επιβράδυνσης του μεταποιητικού τομέα στη Γερμανία, την εικόνα επιδεινώνουν οι αρνητικές εξελίξεις στις δύο μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, που εξωθούν σε νέα διολίσθηση το ευρώ: η μείωση των εξαγωγών και της βιομηχανικής παραγωγής στη Γερμανία και η ύφεση που διαφαίνεται στον ορίζοντα της Γαλλίας. Ετσι, το ευρώ υποχώρησε το πρωί στο 1,2339 δολάρια από το προηγούμενο κλείσιμο στα 1,24 και την ανάκαμψη της Δευτέρας στο 1,2444.

Σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, η βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε κατά 0,9% τον Ιούνιο σε σύγκριση με τον Μάιο, οπότε είχε σημειώσει αύξηση 1,7%. Η στατιστική υπηρεσία ανέφερε πως η παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών κατέγραψε πτώση 1,6%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι εξαγωγές σημείωσαν πτώση κατά 1,5% μετά την εκτίναξη κατά 4,2% που είχε προηγηθεί τον Μάιο και οι εισαγωγές επίσης πτώση 3% μετά την εκτίναξη του 6,2% τον Μάιο. Σε ετήσια βάση, βέβαια, οι γερμανικές εξαγωγές σημείωσαν και πάλι την ουδόλως ευκαταφρόνητη αύξηση του 7,4% καθώς τους τελευταίους 12 μήνες εκτινάχθηκε η ζήτηση από χώρες εκτός Ε.Ε. κατά 19,8%. Αντανακλώντας, αντιθέτως, τον αντίκτυπο της λιτότητας, οι εξαγωγές προς τις χώρες της Ευρωζώνης μειώθηκαν κατά 3%.

Εξάλλου, τα στοιχεία για το β΄ τρίμηνο, που αναμένεται να δοθούν στη δημοσιότητα την επόμενη εβδομάδα, εκτιμάται ότι κατατείνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης και της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης. Την ίδια στιγμή, η Τράπεζα της Γαλλίας προειδοποιεί πως η γαλλική οικονομία θα διολισθήσει σε ύφεση το τρίτο τρίμηνο του έτους, με το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 0,1%. Εκτιμάται πως έχει προηγηθεί ανάλογη συρρίκνωση το δεύτερο τρίμηνο, στοιχεία περί του οποίου αναμένεται να δοθούν στη δημοσιότητα την Τρίτη. Είναι, έτσι, απίθανο να επιτύχει τον στόχο που είχε θέσει η γαλλική κυβέρνηση για ανάπτυξη 0,3% στο σύνολο του έτους. Η μηνιαία έκθεση της Τράπεζας της Γαλλίας κατέδειξε, άλλωστε, υποχώρηση του επιχειρηματικού κλίματος τον Ιούλιο στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Αύγουστο του 2009. Σημειωτέον ότι η αυτοκινητοβιομηχανία Peugeot ανακοίνωσε τον Ιούλιο την πρόθεσή της να κλείσει μονάδα της κοντά στο Παρίσι και να καταργήσει έτσι 8.000 θέσεις εργασίας.

Σε αυτό το επιδεινούμενο περιβάλλον, ο Οτμαρ Ισινγκ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, υποστηρίζει πως οι χώρες της Ευρωζώνης πρέπει να διατηρούν αυτές την ευθύνη για τα δικά τους λάθη όσο προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κρίση χρέους. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Die Zeit, ο κ. Ισινγκ τονίζει μάλιστα πως η χρηματοοικονομική βοήθεια πρέπει «να δίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με αυστηρούς όρους και με επιτόκια που δεν θα ενθαρρύνουν τις χώρες να εγκαταλείψουν τις μεταρρυθμίσεις». Προβλέπει, άλλωστε, πως η πολιτική ενοποίηση των χωρών της Ευρωζώνης, αν συμβεί ποτέ, «θα γίνει μόνο ύστερα από πολλά χρόνια, γι’ αυτό και δεν είναι το κατάλληλο εργαλείο για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους». Τάσσεται, άλλωστε, κατά της χορήγησης χρηματοοικονομικής βοήθειας στις υπερχρεωμένες χώρες ενόψει μιας πολιτικής ενοποίησης, καθώς τη χαρακτηρίζει «επικίνδυνη και αντιφατική» επειδή περιλαμβάνει υψηλό ρίσκο για τα υγιή κράτη-μέλη. Σε ό,τι αφορά τις εκκλήσεις περί επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, χαρακτηρίζει «ψευδαίσθηση την πεποίθηση πως η Γερμανία θα επωφεληθεί από την επιστροφή στο νόμισμά της». Προβλέπει, επίσης, ότι μια κατάρρευση του ευρώ θα έχει «σοβαρές επιπτώσεις».