ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μίνωας Ζομπανάκης: Ο εμπνευστής του Libor μιλάει για το σκάνδαλο

«Το επιτόκιο Libor δημιουργήθηκε για τις ρεαλιστικές ανάγκες των κοινοπρακτικών δανείων και μετεξελίχθηκε σε επιτόκιο αναφοράς γενικότερα», επισημαίνει στην «Καθημερινή» ο Μίνωας Ζομπανάκης, ο οποίος επινόησε το Libor για τις συνθήκες μιας αγοράς διαφορετικής από τη σημερινή. Ωστόσο, με την κίνησή του αυτή έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη μορφή δανεισμού, απελευθερώνοντας τη διακίνηση των κεφαλαίων.

Το 1969 ήταν υπεύθυνος για το νέο υποκατάστημα της Manufacturer Hanover στο Λονδίνο, η οποία ανήκει πλέον στην JP Μorgan. Τότε η τράπεζα συγκρότησε ένα από τα πρώτα κοινοπρακτικά δάνεια με το διατραπεζικό επιτόκιο London interbank offered rate (Libor) και αυτό χορηγήθηκε στον σάχη της Περσίας, όπως αναφέρει το Reuters. Οι φιλόδοξοι τραπεζίτες δεν γνώριζαν ότι στο μέλλον αυτό το επιτόκιο θα γινόταν ο κανόνας για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, ορίζοντας συναλλαγές ύψους 550 τρισ. δολαρίων από παράγωγα επιτοκίων έως στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες.

«Είχαμε 30-40 τράπεζες και χρειαζόμασταν ένα επιτόκιο αναφοράς», θυμάται ο κ. Ζομπανάκης. «Τους ζητούσαμε, λοιπόν, δύο ημέρες προ της διαμόρφωσης κοινού επιτοκίου, να μας δώσουν την πρότασή τους και ορίζαμε έναν μέσο όρο, ο οποίος ίσχυε για τρεις ή έξι μήνες στο πλαίσιο μιας μακροχρόνιας πίστωσης. Τότε δεν ήταν δυνατόν να συνομολογηθεί, λόγου χάριν, δεκαετές δάνειο χωρίς αντίστοιχη κατάθεση, οπότε με κάποιον τρόπο δεσμεύαμε τις τράπεζες με το επιτόκιο, το οποίο αναδιαπραγματευόταν ανά 3μηνο ή 6μηνο».

Κατά τους αναλυτές, το επιτόκιο αυτό πλέον φαίνεται ότι απαξιώθηκε –προσωρινά, αν μη τι άλλο– από τις απόπειρες των διαπραγματευτών να στοιχηματίσουν σε αυτό, από τις τράπεζες, που ψεύδονταν για το κόστος δανεισμού τους, και από τις ρυθμιστικές αρχές, που αποδείχθηκαν ανίκανες να παύσουν τη χειραγώγησή του. Τον Ιούνιο, στα πρωτοσέλιδα φιλοξενούνταν το σκάνδαλο χειραγώγησης του Libor και του Euribor από την βρετανική Barclays, στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 450 εκατ. δολαρίων. Ωστόσο, όπως είχε υπογραμμίσει και παλαιότερα ο Μίνωας Ζομπανάκης στην «Κ», «η χειραγώγηση έγινε από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν πώς δουλεύει η αγορά, και η αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν μοιραία».

Παλιά, πριν από την κρίση

Οι βετεράνοι εμμένουν ότι στις πρώιμες εποχές ούτε κατά διάνοια υπήρχε η υποψία πως ο δανεισμός με το Libor θα ενείχε στοιχεία απάτης. Οταν μία τράπεζα, συμμέτοχος του κοινοπρακτικού δανείου, υπέβαλλε διογκωμένο επιτόκιο και ανορθολογικό για την αγορά, το ίδιο το σύστημα την απέβαλλε – κατά συνέπεια, η ίδια διακινδύνευε την πολύτιμη σχέση της με τον πελάτη της. «Οι όροι οι τραπεζικοί, όπως και κάθε τι στον κόσμο, εξαρτώνται από την καλή θέληση των ανθρώπων», υπογραμμίζει σήμερα ο 86χρονος Μίνωας Ζομπανάκης, ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους στον κόσμο. «Οταν έχεις 40 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εκκινείς με το ότι είναι τίμια, σωστά, αλλά κι εσύ, βέβαια, πρέπει να τα ελέγχεις. Οταν εξουσιοδοτείσαι από τον πελάτη σου να συνάψεις ένα δάνειο, και το επιτόκιο είναι 5%, παραδείγματος χάριν, δεν μπορείς να ανεχθείς καμία τράπεζα να σου πει 8%, κάτι εκτός αγοράς. Οπότε εσύ έχεις ευθύνη, και για λόγους ηθικής και για λόγους προστασίας του πελάτη σου, να αντιληφθείς τι συμβαίνει».

Πέραν της ατομικής ευθύνης, όμως, υπάρχουν και οι συλλογικές, ενώ όλο το τοπίο έχει αλλάξει άρδην. Μιλώντας στο Reuters, o Στάνισλας Γιασουκόβιτς, ένας ακόμα παλαίμαχος τραπεζίτης, κατηγορεί τη σύγχρονη κουλτούρα των μπόνους και την εμφάνιση των κολοσσών τραπεζών, που «τα κάνουν όλα και συμφέρουν», καταλύοντας κάθε έννοια αφοσίωσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα.

Το διατραπεζικό επιτόκιο Libor αποδείχθηκε ότι είχε μεγάλη ζήτηση στη δεκαετία του 1960. Τότε εισέρρεαν στη βρετανική πρωτεύουσα κεφάλαια συνήθως εκπεφρασμένα σε δολάρια, παρακάμπτοντας το εκάστοτε εθνικό σύστημα ρυθμίσεων και φορολόγησης. Με τον τρόπο αυτό εφευρέθηκε το «ευρωδολάριο», μετατρέποντας το Λονδίνο σε παγκόσμιο κέντρο υπεράκτιων συναλλαγών. Στα εγχειρίδια οικονομικής ιστορίας, διαβάζουμε ότι τα «ευρωδολάρια» ήταν δολάρια κατατεθειμένα σε μη αμερικανικές τράπεζες, τα οποία δεν επαναπατρίζονταν, κυρίως για να αποφύγουν τους περιορισμούς της αμερικανικής τραπεζικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να καταστούν διαπραγματεύσιμο χρηματιστικό εργαλείο.

Κρατικά δάνεια

Τα «ευρωδολάρια» της δεκαετίας του ’60, τα οποία υπόκειντο σε ελεύθερη διακύμανση ως προς την ισοτιμία τους και σωρεύονταν λόγω των διογκούμενων αμερικανικών επενδύσεων στο εξωτερικό, οικοδόμησαν τα θεμέλια για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς σε βραχυπρόθεσμα δάνεια.

Οπως αναφέρει στην Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ού αιώνα ο Ιβαν Μπέρεντ: «Οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα που βρέθηκε στο έλεος αυτής της τεράστιας και πολλαπλασιαζόμενης πλημμυρίδας αδέσποτου κεφαλαίου, που ξεπλενόταν, κάνοντας τον γύρο του κόσμου από νόμισμα σε νόμισμα, επιδιώκοντας γρήγορα κέρδη». Παράγοντες που ευνόησαν την πλημμυρίδα αυτή ήταν οι δαπάνες του πολέμου του Βιετνάμ και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ, καθώς και οι ρυθμιστικοί περιορισμοί στην αμερικανική αγορά.

Ο πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Τζέιμς Γούλφενσον, είχε αποδώσει εύσημα στον Μίνωα Ζομπανάκη και στους συναδέλφους του, οι οποίοι είχαν συγκροτήσει τις ανταγωνίστριες τράπεζες σε κοινοπραξίες, μοιράζοντας τους επενδυτικούς κινδύνους από τη σύναψη τεράστιων κοινοπρακτικών δανείων. Τα δάνεια χρηματοδοτούνταν από σειρά βραχείας διάρκειας καταθέσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο. «Το 1970 κινούσαμε το 40% των κρατικών δανείων όλου του κόσμου», είχε δηλώσει ο πολυμήχανος τραπεζίτης σε παλαιότερη συνέντευξή του στην « Κ». «Αποδείξαμε στη διεθνή αγορά ότι μπορούσαμε να βρούμε χρήματα και να αποφύγουν χώρες με έλλειμμα την πειθαρχία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείο».

Συν τω χρόνω, αυξάνονταν οι αιτήσεις δανεισμού για την παροχή κοινοπρακτικών δανείων, ενώ οι αγορές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών απογειώθηκαν και έγιναν πιο περίπλοκες. Η χρήση του Libor γενικεύθηκε σε πλήθος προϊόντων και στην αγορά παραγώγων, ενώ και οι ίδιες οι τράπεζες διόγκωσαν τον εσωτερικό τους δανεισμό.