ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το δημοσιονομικό κενό των ΗΠΑ

Στη διάρκεια του περασμένου χρόνου το δημοσιονομικό κενό της αμερικανικής κυβέρνησης, δηλαδή το πραγματικό μέτρο του κρατικού χρέους, αυξήθηκε κατά 11 τρισ. δολάρια. Το δημοσιονομικό κενό είναι η διαφορά, σε παρούσες αξίες, των προβλεπόμενων μελλοντικών δαπανών και εσόδων. Περιλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις της κυβέρνησης, είτε πρόκειται για επίσημες υποχρεώσεις όπως η πληρωμή κρατικών ομολόγων, είτε πρόκειται για ανεπίσημες υποχρεώσεις όπως η αγορά αεροσκαφών ή η πληρωμή κουπονιών τροφίμων. Ορισμένοι αμφισβητούν αν μπορούν να αθροιστούν «επίσημες» και «ανεπίσημες» υποχρεώσεις. Η οικονομική θεωρία προσπερνάει αυτές τις ετικέτες και αντιμετωπίζει το επίσημο χρέος μιας χώρας γι’ αυτό που είναι – ένα γλωσσικό κατασκεύασμα χωρίς πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο. Αντιθέτως, το δημοσιονομικό κενό σαφώς προσδιορισμένο θεωρητικά και δεν επηρεάζεται από ετικέτες. Κάθε διαφορετική ετικέτα που επιλέγει κανείς αλλάζει την αναλογία επίσημων και ανεπίσημων υποχρεώσεων, ωστόσο το σύνολό τους παραμένει το ίδιο. Το δημοσιονομικό κενό των ΗΠΑ όπως το υπολογίζουμε, χρησιμοποιώντας τη ρεαλιστική μακροπρόθεσμη πρόβλεψη προϋπολογισμού του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, είναι 222 τρισ. δολάρια. Πέρυσι ήταν 211 τρισ. δολάρια. Η διαφορά των 11 τρισ. δολαρίων -δηλαδή το πραγματικό δημοσιονομικό έλλειμμα του έτους- είναι δέκα φορές μεγαλύτερο από το επίσημο έλλειμμα και χονδρικά τόσο μεγάλο όσο ολόκληρο το δημόσιο χρέος που κατέχουν ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η επικίνδυνη διεύρυνση του δημοσιονομικού κενού δεν είναι νέα. Το 2003 και 2004 οι οικονομολόγοι Alan Auerbach και William Gale επέκτειναν τις βραχυπρόθεσμες προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου και προσδιόρισαν το δημοσιονομικό κενό στα 60 και 86 τρισ. δολάρια αντίστοιχα. Το 2007

σύμφωνα με τις δικές μας μετρήσεις το κενό ανήλθε στα 175 τρισ. δολάρια, το 2009 το κενό ήταν 184 τρισ., το 2010 202 τρισ., το 2011 211 και το 2012 222 τρισ. δολάρια. Εν μέρει η αύξηση του δημοσιονομικού κενού αντανακλά αλλαγές στην ακολουθούμενη πολιτική όπως οι φοροαπαλλαγές των Μπους και Ομπάμα, η εισαγωγή του καθολικού συστήματος υγειονομικής περίθαλψης και η αύξηση των αμυντικών δαπανών. Εν μέρει αντανακλά τη «φυσιολογική» άνοδο του κόστους υπαρχόντων προγραμμάτων και τέλος περιλαμβάνει τη δημογραφική βόμβα που οι Αμερικανοί πολιτικοί γελοιωδώς αγνοούν.

Τα 78 εκατ. όσων γεννήθηκαν αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν συνταξιοδοτηθούν πλήρως θα εισπράττουν κατά μέσο όρο περισσότερο από το 85% του κατά κεφαλήν ακαθάριστου ΑΕΠ. Κάθε χρονιά που περνάει φέρνει αυτές τις δαπάνες ένα χρόνο πιο κοντά, γεγονός που αυξάνει την παρούσα αξία τους. Οι κυβερνήσεις όπως και τα νοικοκυριά δεν μπορούν να δαπανούν επ’ αόριστον πάνω απ’ τις δυνάμεις τους. Πρέπει να ικανοποιήσουν αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «διαχρονικό περιορισμό προϋπολογισμού». Με βάση το δημοσιονομικό κενό μπορούμε να μετρήσουμε κατά πόσο παραβιάζεται αυτός ο περιορισμός και να εντοπίσουμε τι χρειάζεται προκειμένου να ισοσκελίσουμε τον διαχρονικό προϋπολογισμό της κυβέρνησης. Η απάντηση για τις ΗΠΑ δεν είναι ευχάριστη. Αν προσπαθήσουμε να κλείσουμε το κενό με νέους φόρους θα πρέπει να τους αυξήσουμε αμέσως και μονίμως κατά 64%. Εναλλακτικά, η κυβέρνηση μπορεί να περικόψει, αμέσως και μονίμως, όλες τις ομοσπονδιακές αγορές και μεταφορές κοινωνικών πόρων κατά 40%. Βεβαίως η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να καλύψει αυτά τα τρομερά δημοσιονομικά φάρμακα με μέλι, δηλαδή με ριζοσπαστικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις που θα καταστήσουν την οικονομία πολύ δικαιότερη και πολύ ισχυρότερη.

Αυτό που δεν μπορεί να κάνει η κυβέρνηση είναι να πληρώσει τις υποχρεώσεις της, δαπανώντας περισσότερο και φορολογώντας λιγότερο. Τα παιδιά της Αμερικής, των οποίων το μέλλον καταστρέφεται ταχύτατα, είναι αρκετά έξυπνα για να μας το πουν.