ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σκάνδαλα συγκλονίζουν τραπεζικούς κολοσσούς

Μεγάλες ελβετικές τράπεζες, όπως οι Credit Suisse, HSBC, Julius Βaer και άλλες, παραχωρούν ονόματα και στοιχεία 10.000 υπαλλήλων τους στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, επιδιώκοντας να επιλύσουν όσο το δυνατόν πιο «ανώδυνα» το μείζον θέμα με τους Αμερικανούς πελάτες τους, οι οποίοι -φαίνεται ότι με τη βοήθειά τους- έχουν φοροδιαφύγει. Στην περίπτωση της Morgan Stanley Smith Barney, του χρηματιστηριακού βραχίονα της Morgan Stanley και της Citigroup, οι αρχές της επέβαλαν πρόστιμο 450.000 δολαρίων για πλημμελή έλεγχο συναλλαγών χρηματιστή της, οι οποίες την ζημίωσαν σχεδόν 15 εκατ. δολ. το 2009.

Επίσης, σε διακανονισμό 340 εκατ. δολαρίων προχωρά η Standard Chartered για τις συναλλαγές με το Ιράν. H πέμπτη μεγαλύτερη βρετανική τράπεζα κατηγορήθηκε ότι απέκρυψε περίπου 60.000 συναλλαγές με εταιρείες ιρανικών συμφερόντων.

Ελβετία

Ειδικότερα, στην Ελβετία τουλάχιστον πέντε χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί έχουν παραδώσει προσωπικά στοιχεία και ηλεκτρονική αλληλογραφία από χιλιάδες υπαλλήλους τους στις αμερικανικές αρχές, επιδιώκοντας να περισώσουν τη φήμη και τις μελλοντικές τους δραστηριότητες στη χρυσοφόρο αγορά των ΗΠΑ και να μη στιγματισθούν ως ένοχοι για υπόθαλψη φοροφυγάδων. Τα σχετικά ανέφερε στο Bloomberg ο Ντάγκλας Χόρνουνγκ, δικηγόρος με έδρα τη Γενεύη, εκπροσωπώντας 40 νυν και πρώην στελέχη της ελβετικής θυγατρικής της HSBC. Κατά τον συνάδελφό του και πρώην πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Γενεύης, Αλεκ Ρεϊμόντ, είναι παράνομη η παραχώρηση απόρρητων προσωπικών δεδομένων και γεγονός πρωτοφανές για τις τράπεζες της χώρας. Οι τελευταίες, όπως επισημαίνει ο κ. Ρεϊμόντ, «καίνε τους δικούς τους ανθρώπους για να μπορέσουν να έλθουν σε εξωδικαστικό διακανονισμό με το υπουργείο Δικαιοσύνης». Η υπόθεση ξεκίνησε στις 2 Φεβρουαρίου τρέχοντος, όταν το υπουργείο κατηγόρησε την ελβετική τράπεζα Wegelin ότι συνέδραμε πελάτες της να αποκρύψουν εισοδήματά τους από τις αμερικανικές οικονομικές υπηρεσίες στο πλαίσιο ευρείας έρευνάς του σε 11 ελβετικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (Credit Suisse, HSBC, Julius Baer κ.λπ.). Δηλώνοντας έτοιμες να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ, οι Credit Suisse, HSBC και Julius Baer αναφέρουν ότι περιμένουν να πληρώσουν πρόστιμα για να επιλυθεί το θέμα και παραχωρούν πληροφορίες στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Απευθυνόμενες δε στους υπαλλήλους τους, ισχυρίζονται ότι στην πλειονότητά τους δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν.

Αν και μέχρι πρότινος κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τα ελβετικά πιστωτικά ιδρύματα, η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει μία εξαίρεση και να τους επιτρέψει να αποστείλουν πληροφορίες σε αρχές άλλου κράτους. Βέβαια, η ίδια η πρόεδρος της χώρας, Εβελιν Βίντμερ-Σλουμπφ αφενός δεν εξειδίκευσε τι είδους πληροφορίες μπορεί να παραχωρούν οι ελβετικές τράπεζες, αφετέρου προσέθεσε ότι επαφίεται σε αυτές να προασπίσουν τα συμφέροντά τους.

Σύμφωνα με τον δικηγόρο Ντάγκλας Χόρνουνγκ, η ελβετική θυγατρική της HSBC έδωσε στις ΗΠΑ έναν κατάλογο 1.100 ονομάτων, εκ των οποίων μόνον δεκαεπτά έχουν απευθείας επαφή με Αμερικανούς πελάτες. Η αντίστροφη μέτρηση για τα ελβετικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία επί δεκαετίες περιφρουρούσαν τη μυστικοπάθειά τους, άρχισε το 2009 με την UBS. Η μεγαλύτερη διαχειρίστρια ιδιωτικού πλούτου της Ελβετίας παραδέχθηκε την ανάμειξή της σε φοροδιαφυγή προς τις οικονομικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και κατέβαλε πρόστιμο 780 εκατ. δολαρίων, αποφεύγοντας μία δικαστική διαμάχη. Αργότερα παραχώρησε στις αμερικανικές αρχές στοιχεία λογαριασμών για 4.700 πελάτες της.

Στην περίπτωση της χρηματιστηριακής Morgan Stanley Smith Βarney, αυτή καλείται να καταβάλει 450.000 δολάρια λόγω ανεπαρκούς ελεγκτικού μηχανισμού. Ο χρηματιστής της Τζάνετ Βαϊνρίτ παραβίασε το όριο συναλλαγών ύψους 116 εκατ. δολαρίων, συνεχίζοντας και overnight συναλλαγές στις 14 Ιουλίου 2009. Τα συνολικά του «στοιχήματα» στην προθεσμιακή αγορά ανήλθαν σε 744 εκατ. δολ. στη λήξη της συνεδρίασης και μέχρι την επομένη το πρωί διαμορφώθηκαν σχεδόν στα 1,33 δισ. δολ. Τότε η αγορά κινήθηκε αρνητικά, ο χρηματιστής προσπάθησε μάταια να περιορίσει τα «στοιχήματά» του και τελικά ζημίωσε την εταιρεία του σχεδόν 15 εκατ. δολάρια. Η αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών τον έπαυσε για δύο μήνες και του επέβαλε πρόστιμο 7.500 δολάρια, αν και σήμερα εργάζεται στον οίκο Kiley Ρartners, στο τμήμα συναλλαγών χρεογράφων.