ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ΗΠΑ ζητούν ονόματα πελατών από μεγάλες ελβετικές τράπεζες

Στοιχεία εργαζομένων τους παραδίδουν οι ελβετικές τράπεζες στις αμερικανικές αρχές για να αποφύγουν οι ίδιες την άσκηση ποινικών διώξεων εις βάρος τους για την υπόθαλψη φοροδιαφυγής Αμερικανών πολιτών, σύμφωνα με τη Wall Street Journal. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται από την εφημερίδα, η Βέρνη έχει δώσει το «πράσινο φως» στις ελβετικές τράπεζες να παραδώσουν οποιαδήποτε στοιχεία ζητήσει το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα παραβιάζεται η νομοθεσία της χώρας. Η κίνηση αυτή «καλής θελήσεως» εκ μέρους της Βέρνης έχει στόχο να μην απαγγελθούν κατηγορίες εις βάρος ελβετικών τραπεζών, οι οποίες αποτελούν ζωτικό κομμάτι της οικονομίας. Τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία των ελβετικών τραπεζών είναι πολλαπλάσια του ετήσιου ΑΕΠ. Οι 327 ξένες και εγχώριες τράπεζες στην Ελβετία απασχολούν το 5,8% του εργαζόμενου πληθυσμού. Η ελβετική κυβέρνηση θεωρεί καθήκον της να προστατεύσει με κάθε μέσο την «τραπεζική βιομηχανία» της και το καθεστώς του τραπεζικού απορρήτου.

Από την άλλη πλευρά, όμως, τραπεζικά στελέχη και υπάλληλοι τίθενται στο στόχαστρο του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Πληροφορίες της WSJ αποκαλύπτουν ότι η Credit Suisse και τουλάχιστον τέσσερις μικρότερες τράπεζες παρέδωσαν έγγραφα στις αμερικανικές αρχές για τις κινήσεις υποκαταστημάτων τους στις ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία. Στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται στοιχεία εργαζομένων, ορισμένοι εκ των οποίων δεν είχαν καν επαφές με πελάτες στις ΗΠΑ. Το υπουργείο Δικαιοσύνης και η εφορία δεν έχουν διευκρινίσει εάν θα χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία αυτά, αλλά αντιδράσεις έχουν ήδη υπάρξει εκ μέρους εργαζομένων. Ο 71χρονος Ερικ Ντελισί, πρώην στέλεχος της HSBC στην Ελβετία, δήλωσε στη WSJ πως «αισθάνεται προδομένος», προσθέτοντας ότι ουδέποτε είχε επαφές με Αμερικανούς πελάτες της τράπεζας. Ομως, η μήνυση που κατέθεσε εναντίον της HSBC, μελών της κυβέρνησης και της αρχή εποπτείας του κλάδου απορρίφθηκε τελικά από τους Ελβετούς εισαγγελείς. Ο ίδιος σχεδιάζει να ασκήσει έφεση. Η HSBC, παρά ταύτα, σκοπεύει να συνεχίσει να συνεργάζεται με τις Αρχές των ΗΠΑ.

Το καθεστώς τραπεζικού απορρήτου στην Ελβετία και σε άλλους φορολογικούς παραδείσους έχει προκαλέσει αντιδράσεις από τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές αρχές καθώς εφαρμόζονται σκληρά μέτρα λιτότητας στις οικονομίες τους. Η απώλεια φορολογικών εσόδων επί σειρά ετών από εύπορους πολίτες των ΗΠΑ και της Γερμανίας έχει ανεβάσει τους τόνους στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των κυβερνήσεων αυτών των χωρών και της Βέρνης.

Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε με τη UBS. To 2009, ο ελβετικός κολοσσός κατέβαλε πρόστιμο-μαμούθ 750 εκατ. δολαρίων για να αποφύγει ποινικές κυρώσεις. Συμφώνησε, επίσης, να παραδώσει τα ονόματα 4.500 Αμερικανών πελατών της, παρακάμπτοντας το καθεστώς τραπεζικού απορρήτου. Στη Γερμανία, το Κοινοβούλιο νομιμοποίησε προ διετίας την απόκτηση τραπεζικών δεδομένων με κάθε νόμιμο ή παράνομο μέσο όταν πρόκειται για υποθέσεις φοροδιαφυγής, επειδή «παραβιάζεται το εθνικό συμφέρον». Ετσι νομιμοποιήθηκε η αγορά cd με τραπεζικά δεδομένα από Γερμανούς εφοριακούς, το οποίο πουλήθηκε από πρώην στέλεχος της HSBC στην Ελβετία έναντι 2,5 δισ. ευρώ. Και στις ΗΠΑ, και στη Γερμανία, ο αριθμός των φοροφυγάδων που τελικά δήλωσαν κρυφά κινητά περιουσιακά στοιχεία στις φορολογικές αρχές ήταν μεγαλύτερος των αρχικών εκτιμήσεων. Ισχυρό κίνητρο ήταν η αμνηστία που προσφερόταν την εκάστοτε περίοδο, αποδεικνύοντας ότι η τακτική του «καρότου με το μαστίγιο» αποδίδει καρπούς και… έσοδα στα ταμεία του κράτους.