ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το δημόσιο χρέος Ελλάδας, Ισπανίας δεν είναι βιώσιμο

Το δημόσιο χρέος της Γερμανίας και της Γαλλίας είναι βιώσιμα ενώ τα αντίστοιχα της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας είναι οριακά. Αυτό προκύπτει από μαθηματική προσέγγιση της βιωσιμότητας του χρέους ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο. Ανάλογη ανάλυση δεν έγινε για την Ελλάδα, καθώς οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και την εξέλιξη των δημοσίων ελλειμμάτων επηρεάζονται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες, άρα και χαμηλό βαθμό προβλεψιμότητας. Είναι ωστόσο οφθαλμοφανές ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο, παρά την πρόσφατη αναδιάρθρωσή του εντός του 2012.

Σε ό,τι αφορά την Ισπανία, η εκτίμηση είναι ότι επίσης το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο. Η εξέλιξη του δημόσιου χρέους τόσο στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, πολύ δε περισσότερο στην Ιαπωνία δεν χαρακτηρίζεται από σταθερότητα. Μέχρι στιγμής ο κίνδυνος χρεοκοπίας οποιασδήποτε εκ των τριών αυτών χωρών, εμφανίζεται περιορισμένος.

Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπ’ όψιν στη μαθηματική εξέλιξη για τον υπολογισμό της βιωσιμότητας του χρέους είναι: τα επίπεδα δημοσίου χρέους προς Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ο μέσος όρος των επιτοκίων του εκδοθέντος δημοσίου χρέους, το πρωτογενές έλλειμμα ή πλεόνασμα, η πραγματική ανάπτυξη και ο πληθωρισμός.

Οι προαναφερόμενοι παράγοντες αυτόνομα αλλά και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση είναι καθοριστικοί. Για παράδειγμα, έχει συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια ικανή επιστημονική έρευνα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το υψηλό δημόσιο χρέος οδηγεί σε επιβράδυνση των αναπτυξιακών ρυθμών. Το γεγονός ίσως οφείλεται στο ότι στις υπερχρεωμένες χώρες επιχειρείται κατά κανόνα μείωση των δημοσίων δαπανών, αλλά και στο ότι καταναλωτές και επιχειρήσεις μειώνουν τις δαπάνες τους -φέρονται πιο «συντηρητικά»- όταν αυξάνονται τα δημόσια ελλείμματα και χρέη (Ricardian effects).

Υπενθυμίζεται ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους επιφέρει κατά κανόνα αύξηση των επιτοκίων, επιβραδύνοντας ευρύτερα τους ρυθμούς αύξησης των νέων επενδύσεων.

Αντιθέτως, οι αυξημένοι αναπτυξιακοί ρυθμοί βελτιώνουν το πρωτογενές έλλειμμα μειώνοντάς το ή αυξάνουν το πλεόνασμα -εάν υφίσταται- λόγω των αυξημένων φορολογικών εσόδων και μειώνουν τις δημόσιες δαπάνες, όπως για παράδειγμα εκείνες που απαιτούνται για τα επιδόματα ανεργίας. Κατά κανόνα επίσης, η αύξηση του πληθωρισμού συντείνει στη βελτίωση των δημοσίων οικονομικών, δηλαδή της εικόνας του προϋπολογισμού, επίσης συντείνοντας στην αύξηση των φορολογικών εσόδων (επηρεάζοντας μεταξύ άλλων την κατάταξη των εισοδημάτων σε φορολογικές κλίμακες), ενώ δεν επηρεάζει τόσο τις δαπάνες σε άνοδο, εκτός της περίπτωσης που είναι συνδεδεμένες με τον πληθωρισμό. Ωστόσο, η αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων ενδέχεται να δημιουργήσει προσδοκίες για περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού, ωθώντας ανοδικά το κόστος δανεισμού.

* Οι κ. Marcel Thieliant και Bjorn Eberhardt είναι αναλυτές της Credit Suisse. Το άρθρο αποτελεί περίληψη εκτενούς ανάλυσης που δημοσίευσε η τράπεζα στην ιστοσελίδα της.