ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ιστορία επαναλαμβάνεται

Πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, η κυρίαρχη διαμάχη των οικονομολόγων εστιαζόταν στην αποκατάσταση των ανισορροπιών για τη μακροπρόθεσμη υγεία της παγκόσμιας οικονομίας. Υπήρχε υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών για τις ανεπτυγμένες οικονομίες και υψηλό πλεόνασμα στις αναπτυσσόμενες. Η παγκόσμια οικονομία θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση εάν μπορούσαν να περιοριστούν αυτές οι ανισορροπίες.

Οπως προκύπτει από τα σημερινά δεδομένα, αυτή ήταν μια αρκετά αισιόδοξη άποψη. Οι ανισορροπίες αυτές, τελικά, έχουν μετριαστεί από την ύφεση στον ανεπτυγμένο κόσμο, προκαλώντας πτώση της ζήτησης για τις εξαγωγές των αναδυόμενων οικονομιών και την ανεπιθύμητη μετάδοση μιας συγκεκριμένης νομισματικής πολιτικής φθηνού χρήματος.

Για ένα χρονικό διάστημα, η υπόσχεση ενός φθηνού δολαρίου, μια προσφορά της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ με εκτύπωση χρήματος, επισκίασε την επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων στον αναδυόμενο κόσμο. Κυκλοφόρησε, ουσιαστικά, πολύ ζεστό χρήμα με πολύ λίγες επενδύσεις που θα συνέβαλαν στην ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικότητας. Το παγκόσμιο κυνήγι για υψηλές αποδόσεις πυροδότησε τεράστιες εισροές κεφαλαίων στον αναδυόμενο κόσμο ακόμη και όταν επιβραδύνθηκαν οι ρυθμοί ανάπτυξης και αυξήθηκε το κόστος εργασίας.

Οσοι έχουν παρακολουθήσει την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, τα πρόσφατα προβλήματα του αναδυόμενου κόσμου μπορεί να τους ακούγονται αρκετά οικεία. Πριν από την κρίση είχε κυκλοφορήσει φθηνό χρήμα σε ευρώ από τον ευρωπαϊκό Βορρά στον Νότο, πυροδοτώντας μεγάλη έξαρση της εγχώριας ζήτησης ακόμη και όταν επιδεινώνονταν οι αποδόσεις στην οικονομία. Τα συνακόλουθα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν έως ένα σημείο. Ωστόσο, η αποστροφή του επενδυτικού κινδύνου που κυριάρχησε το διάστημα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, δηλαδή το 2007-09, κατέστησε μη βιώσιμα αυτά τα ελλείμματα. Οι επενδυτές ήταν πλέον πολύ προσεκτικοί στις τοποθετήσεις τους.

Η μακροπρόθεσμη προοπτική του αναδυόμενου κόσμου παραμένει θετική λόγω μιας σειράς θετικών παραγόντων. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνουν στο προσκήνιο. Αν και οι πιέσεις έχουν εξομαλυνθεί, συνεχίζουν να ελλοχεύουν κίνδυνοι για περαιτέρω πτώση των ισοτιμιών, αύξηση των επιτοκίων και απογοητευτικών αποδόσεων στην πραγματική οικονομία.

Η μεγάλη εισροή κεφαλαίων στον αναδυόμενο κόσμο αποπροσανατόλισε την προσοχή των επενδυτών από τις επιδόσεις στην πραγματική οικονομία. Ο δείκτης αναδυόμενων αγορών της HSBC, ο οποίος ενσωματώνει τις εξελίξεις στον μεταποιητικό κλάδο σε 16 χώρες με βάση το ΡΜΙ, ακολουθεί πτωτική πορεία τον τελευταίο χρόνο, αντανακλώντας μια παρατεταμένη περίοδο υποτονικής οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, οι ισοτιμίες δέχονται πιέσεις, με αποτέλεσμα οι κεντρικές τράπεζες να παρεμβαίνουν με διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων.

Ποιοι είναι οι παράγοντες που μπορεί να προκάλεσαν αυτήν την υποτονικότητα στις αναδυόμενες οικονομίες. Μία εξήγηση είναι η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας. Η μεγάλη ανάπτυξη της Κίνας επί μία ολόκληρη δεκαετία τους εξασφάλισε μεγάλα οφέλη, με αποτέλεσμα να μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Σήμερα, ως εκ τούτου, η συρρίκνωση του πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών στην Κίνα, με το Πεκίνο να προσανατολίζεται σε μια πιο «ποιοτική ανάπτυξη», δεν είναι τελικά μια τόσο ευπρόσδεκτη εξέλιξη για τον υπόλοιπο αναδυόμενο κόσμο.

* Επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έκθεση της HSBC για την παγκόσμια οικονομία με τίτλο «Reversal of Fortune».