ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπεραισιόδοξες οι αγορές ομολόγων της Ευρωζώνης

yperaisiodoxes-oi-agores-omologon-tis-eyrozonis-2018451

Με το θέμα της μεγάλης ζήτησης που έχουν εσχάτως τα κρατικά ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας και της συνακόλουθης ραγδαίας υποχώρησης των αποδόσεων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ασχολείται, στην τελευταία έκδοσή του, το περιοδικό Economist. Η πτώση των αποδόσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί απόδειξη ότι έχει λήξει η κρίση δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης, ότι απέδωσαν τα χρόνια σκληρών μεταρρυθμίσεων και ότι σύντομα θα επιστρέψουν οι επενδύσεις και η ανάπτυξη. «Πρόκειται για δελεαστική εκτίμηση, ωστόσο λανθασμένη σε μεγάλο βαθμό», εκτιμά ο Economist υποστηρίζοντας πως η προοπτική των οικονομιών της περιφέρειας είναι πολύ λιγότερο ευοίωνη απ’ αυτή που υποδηλώνει η πτώση στην απόδοση των ομολόγων της. «Πρώτον, υπάρχει η ψυχρή αριθμητική του αποπληθωρισμού. Με τις τιμές να υποχωρούν σε αρκετές από τις οικονομίες της περιφέρειας, το πραγματικό μέγεθος του χρέους αυξάνεται. Δεύτερον, σε μεγάλο βαθμό η πτώση των αποδόσεων οφείλεται στην ελπίδα που τρέφουν οι επενδυτές ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αρχίσει να τυπώνει χρήμα, ελπίδες που είναι πιθανό να διαψευστούν». Σύμφωνα με τον Economist πριν από ένα χρόνο η απόδοση του ισπανικού δεκαετούς ομολόγου ήταν 4,7% και ο πληθωρισμός στην Ισπανία βρισκόταν στο 1,5%. Σήμερα η απόδοση των δεκαετών ομολόγων έχει υποχωρήσει στο 3,1%, αλλά ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει κάτω από το μηδέν.

Συνεπώς από αυτή την άποψη η πραγματική απόδοση των ισπανικών κρατικών ομολόγων δεν έχει μεταβληθεί. Αν χρησιμοποιηθεί ένα ευνοϊκότερο μέτρο, δηλαδή οι προσδοκίες για τη διακύμανση του πληθωρισμού σε ορίζοντα δεκαετίας, τότε η πραγματική απόδοση των ομολόγων της περιφέρειας έχει πέσει περισσότερο, ωστόσο εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερη απ’ ό,τι στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο. «Γι’ αυτό σπεύδουν οι επενδυτές, αυτός όμως είναι και ο λόγος που το ύψος του χρέους αποτελεί πρόβλημα». Ο Economist υπενθυμίζει ότι το πόσο βαραίνει το δημόσιο χρέος μια χώρα εξαρτάται, πρώτον, από το πόσα χρήματα χρωστάει και, δεύτερον, από τη διαφορά μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης που επιτυγχάνει και του πραγματικού επιτοκίου δανεισμού που πρέπει να πληρώσει. «Από κάθε άποψη οι κυβερνήσεις της ευρωπαϊκής περιφέρειας δεν τα πηγαίνουν καλά. Οι περισσότερες έχουν χρέος πάνω από 100% του ΑΕΠ. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που εφαρμόστηκαν, από την απελευθέρωση των αγορών εργασίας μέχρι την απορρύθμιση προστατευμένων βιομηχανιών, δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστικές προκειμένου να βελτιώσουν τις αναπτυξιακές τους προοπτικές. Οπότε το πιθανότερο είναι ότι η ανάπτυξη θα παραμείνει αναιμική, ο αποπληθωρισμός θα διατηρηθεί και το χρέος θ’ αυξηθεί περισσότερο», σύμφωνα με τον Economist. Ο τρόπος για να αποφευχθεί αυτή η εξέλιξη είναι να αναλάβει δράση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να απομακρύνει το φάσμα του αποπληθωρισμού, κάτι στο οποίο στοιχηματίζουν πολλοί επενδυτές. Χάρη στις πρόσφατες δηλώσεις πολλών αξιωματούχων της ΕΚΤ ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν «αντισυμβατικά μέτρα» προκειμένου ν’ ανακόψουν την υποχώρηση του πληθωρισμού, αυξάνονται οι προσδοκίες πως η ΕΚΤ είναι στα πρόθυρα του να αρχίσει να τυπώνει χρήμα. «Πιθανότατα η πραγματικότητα θα αποδειχτεί πολύ λιγότερο συνταρακτική. Οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες είναι πρόθυμοι να μιλούν περί γενναίων μέτρων, με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να πείσουν τις αγορές μόνο με τα λόγια.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι δεσμεύονται να δράσουν αποφασιστικά. Αν η ΕΚΤ αναλάβει δράση, θα το κάνει μέσω μικρών, προσεκτικών βημάτων, αρχίζοντας ενδεχομένως μέσω της υιοθέτησης αρνητικών επιτοκίων για τις καταθέσεις των τραπεζών». Η ιστορία, ιδίως της Ιαπωνίας, διδάσκει ότι κάποιος πρέπει να καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον αποπληθωρισμό, καταλήγει το άρθρο του Economist. Μέχρι η ΕΚΤ να εφαρμόσει σημαντικά μέτρα, στην περιφέρεια της Ευρωζώνης θα συνεχίζεται ο αποπληθωρισμός και θα αυξάνεται το χρέος και ενώ η ονομαστική απόδοση μπορεί να υποχωρήσει και άλλο, τα προβλήματα θα παραμένουν.