ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ψυχοφθόρα διαδικασία της απόλυσης ενός «βετεράνου»

i-psychofthora-diadikasia-tis-apolysis-enos-veteranoy-2033369

Τα διλήμματα και τις ενοχές που αντιμετωπίζει ένας προϊστάμενος όταν πρέπει να απολύσει έναν παλιό και αφοσιωμένο αλλά κουρασμένο και βαριεστημένο υπάλληλο σκιαγραφεί με γραφικό τρόπο ο Πολ Ντάουνς σε σχετικό δημοσίευμα στους New York Times. Πρόκειται για τον ιδρυτή του Paul Downs Cabinetmakers που στο τέλος της αφήγησης ενός περιστατικού του είδους, επισημαίνει ότι όταν κάποιος θέλει να αρχίσει μια επιχείρηση πρέπει να γνωρίζει ότι κάποια στιγμή θα αντιμετωπίσει αυτήν την κατάσταση: μια κατάσταση που προκαλεί άγχος και προβληματισμό, καθώς σε κανέναν δεν αρέσει να απολύει εργαζόμενους.

Προκειμένου να παρουσιάσει ανάγλυφα το πώς αμφιταλαντευόταν ο ίδιος, παρομοιάζει τους συνειρμούς του με έναν κατήγορο που αναφέρει τα λάθη και τα μειονεκτήματα του «βετεράνου», όπως αποκαλεί τον παλιό υπάλληλο, έναν συνήγορο που επικαλείται τα ανθρώπινα συναισθήματα του προϊσταμένου, ενσαρκώνοντας τη συνείδησή του και τέλος έναν δικαστή που πρέπει να καταλήξει σε απόφαση. Ετσι, ο δημόσιος κατήγορος υπογραμμίζει όλα τα λάθη και τις ατέλειες του βετεράνου, θυμίζει στον προϊστάμενο τις ευκαιρίες που του έδωσε, την επιβάρυνση που συνεπάγεται για άλλους εργαζόμενους, καθώς αυτοί αναγκάζονται να διορθώνουν τα λάθη του και τις επιπτώσεις στην παραγωγή της επιχείρησής του. Ζητά άμεσα την απόλυσή του.

Ο συνήγορος τον καλεί να αναθεωρήσει, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μερικά «λαθάκια» και του ζητά να αναλογιστεί τα 20 χρόνια που ο βετεράνος ήταν συνεπής στη δουλειά του και στα ωράριά του. Του θυμίζει πόση δουλειά έχει κάνει γι’ αυτόν και επικαλείται την αφοσίωση που και η εταιρεία οφείλει στους πιστούς υπαλλήλους της. Ο δημόσιος κατήγορος, όμως, επιμένει πως δεν πρόκειται για λαθάκια, αλλά για μια συστηματική αμέλεια και τονίζει πως η παραμονή του στην εταιρεία δίνει αρνητικές εντυπώσεις σε όσους εργάζονται με συνέπεια και αποδοτικότητα ότι θα πρέπει να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους. Και βέβαια ο συνήγορος επικαλείται και πάλι την ευαισθησία του προϊσταμένου, θυμίζοντάς του ότι ο βετεράνος μπορεί να μείνει άνεργος και να βρεθεί στον δρόμο, να μείνει αβοήθητος και να δυστυχήσει, ενώ θα μπορούσε να συνεχίσει να είναι παραγωγικός και να αποδίδει παρά τις ατέλειές του.

Ο κατήγορος σπεύδει να τον καθησυχάσει όχι μόνον υποστηρίζοντας ότι και στη χειρίστη περίπτωση ο βετεράνος είναι άξιος της μοίρας του, αλλά κυρίως θυμίζοντάς του πως υπάρχουν εταιρείες για να τον προσλάβουν. Ετσι ο προϊστάμενος παίρνει την αγωνιώδη απόφαση, την οποία και αποφασίζει να εκτελέσει μέσα από ένα τελετουργικό: τη σύνταξη έκθεσης με τα σφάλματα του βετεράνου, την προετοιμασία εγγράφου με το οποίο θα αποδεχθεί ο βετεράνος τη λύση της σύμβασης και τους όρους του διαζυγίου. Μολονότι καταλαβαίνει ότι αυτή είναι η μοναδική λύση, θα προτιμούσε και πάλι να πάρει κάποιος άλλος την ευθύνη για την απόλυση, αλλά δεν υπάρχει κανείς, εκείνος είναι ο υπεύθυνος. Κι έτσι καλεί τον βετεράνο και του ανακοινώνει την απόφασή του.

Προς μεγάλη του έκπληξη δεν δέχεται καμία επιθετική αντίδραση. Ο βετεράνος εγκαταλείπει σε δύο ώρες την επιχείρηση. Ακολουθεί, όμως, μια δύσκολη περίοδος στη διάρκεια της οποίας κάποιοι υπάλληλοι πρέπει να εργασθούν υπερωρίες για να διεκπεραιώσουν και την εργασία αυτού που απολύθηκε, η παραγωγικότητα μειώνεται γιατί ο ίδιος και άλλοι έμπειροι πρέπει να τους εκπαιδεύσουν και γενικότερα διαπιστώνει το κόστος της απόφασής του. Δεν αναθεωρεί, εξακολουθεί να πιστεύει πως πήρε τη σωστή απόφαση, αλλά όπως τονίζει σε κάθε ενδιαφερόμενο, όταν στήνεις επιχείρηση ξέρεις ότι θα κληθείς να πάρεις τέτοιες αποφάσεις, που είναι μεν σωστές αλλά είναι αδύνατον να αποβούν προς όφελος όλων των πλευρών.