ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η μεγάλη απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης στις επενδύσεις

14300210

Κανείς δεν γνωρίζει τίποτε. Ο σεναριογράφος Γουίλιαμ Γκόλντμαν τα λέει αυτά για τον κινηματογράφο, αλλά τα ίδια θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς και για τον κλάδο των επενδύσεων. Η ιστορία βρίθει ανθρώπων με λαμπρό μυαλό, που υπέπεσαν σε τρομακτικά λάθη. Ορισμένα από τα καλύτερα μυαλά της Γουόλ Στριτ και των πανεπιστημίων βρίσκονταν πίσω από το επενδυτικό κεφάλαιο αντιστάθμισης κινδύνου Long – Term Capital Management, που κατέρρευσε το 1998. Ο λόγος ήταν ότι ακολούθησαν μία στρατηγική, η οποία στηριζόταν στην άποψη ότι η αγορά υποτιμολογούσε τα μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία και υπερτιμολογούσε τα ρευστοποιήσιμα με τη χρήση της μόχλευσης. Τότε είχε αποφανθεί ο μεγαλοεπενδυτής Γουόρεν Μπάφετ, ότι «για να κάνουν τα λεφτά, που δεν είχαν και δεν χρειάζονταν, διακινδύνευσαν ό,τι είχαν και ό,τι χρειάζονταν». Ακόμα και οι «αυταπόδεικτες αλήθειες» που κυκλοφορούν για τις επενδύσεις, δηλαδή, «αγόρασε σε χαμηλή τιμή, πούλα όταν είναι υψηλή, διαφοροποίησε το επενδυτικό σου χαρτοφυλάκιο», είναι υπεραπλουστευτικές ή δύσκολο να εφαρμοστούν στην πράξη. Τα σχετικά αναφέρει ένα συναρπαστικό νέο βιβλίο από τον επενδυτικό σύμβουλο και νευρολόγο Γουίλιαμ Μπερνστάιν.

Λόγου χάριν, η συμβουλή να αγοράσεις στα χαμηλά και να πουλήσεις στα ψηλά. Μπορεί να ακούγεται σωστή, αλλά τελικά αποδεικνύεται πολύ δύσκολο να αγοράσεις ή, στην πραγματικότητα, να μην πουλήσεις, όταν οι αγορές συντρίβονται και όλοι γύρω σου είναι πανικόβλητοι. Η Γουόλ Στριτ κατέρρευσε το 1932, αλλά το χρηματιστήριο είχε πτωτική πορεία ήδη από το 1929. Είχαν πλέον μείνει ελάχιστοι επενδυτές, που είτε διέθεταν το ρευστό είτε είχαν εμπιστοσύνη στις προοπτικές του χρηματιστηρίου και ήθελαν να αγοράσουν. Ακόμα και οι επαγγελματίες διαχειριστές κεφαλαίων δυσκολεύονται να αγοράσουν, όταν η αγορά αγγίζει τον βυθό. Χάνουν την πελατεία τους όταν οι αγορές υποχωρούν. Οπότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κατά την οποία οι αποδόσεις στην προθεσμιακή αγορά είναι στο υψηλότερο σημείο τους, έχουν πλέον λιγότερα κεφάλαια να επενδύσουν.

Ορισμένοι λένε ότι η απάντηση σε αυτή τη συνθήκη είναι να δημιουργήσεις αυτομάτως ένα χαρτοφυλάκιο με νέες ισορροπίες, εφόσον ορισμένοι επενδυτές αποκομίζουν κέρδη και άλλοι έχουν απώλειες στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τις αρχικές τους θέσεις. Εντούτοις, αυτό το σχέδιο δεν λειτουργεί πάντοτε. Ας υποθέσουμε ότι το 1990 είχες ένα χαρτοφυλάκιο ισοδύναμα μοιρασμένο μεταξύ αμερικανικών και ιαπωνικών μετοχών. Κάθε χρόνο αναδιαμορφώνεις το χαρτοφυλάκιο και φθάνεις στο 2009, οπότε έχεις εξασφαλίσει σε ετήσια βάση μία απόδοση της τάξεως του 3,64%. Εάν δεν είχες κάνει αλλαγές, τότε η ετήσια απόδοσή σου θα ήταν της τάξεως του 5,16%. Κι αυτό, επειδή οι μετοχές των ιαπωνικών εταιρειών διαπραγματεύονταν σε υψηλότατα επίπεδα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και στη συνέχεια ακολούθησε μία υποτονική περίοδος είκοσι ετών.

Η αρχική αποτίμηση του επενδυτικού προϊόντος έχει πολύ μεγάλη σημασία για τις μελλοντικές αποδόσεις του. Αυτό είναι προφανές για εκείνους οι οποίοι αγοράζουν π.χ. γερμανικά ομόλογα με μία σημερινή απόδοση της τάξης του 1,2%. Στην περίπτωση των μετοχών τα πράγματα είναι πιο παρακινδυνευμένα. Σε μία αναδρομική προσέγγιση, το να αγοράσεις μετοχές, όταν η κυκλικά προσαρμοσμένη αναλογία τιμής – κερδών είναι υψηλή ή η απόδοση του μερίσματος χαμηλή, έχει ως αποτέλεσμα χαμηλές αποδόσεις σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Οι επενδυτές, όμως, δεν γνωρίζουν ποια θα είναι η μελλοντική διακύμανση τέτοιων αποτιμήσεων.