ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η πολιτική λιτότητας της Γερμανίας είναι αδιέξοδη

i-politiki-litotitas-tis-germanias-einai-adiexodi-2042751

Ημουν φανατικός οπαδός της Αγκελα Μέρκελ σε τέτοιο βαθμό, που κάποια στιγμή, προ εξαετίας, δηλαδή το 2008, αποφάσισα να παρακολουθήσω νυχτερινά μαθήματα γερμανικής γλώσσας. Δυστυχώς μετά, η Γερμανίδα καγκελάριος απομυθοποιήθηκε λόγω των αντιδράσεών της σε μια σειρά γεγονότων.

Κατ’ αρχάς, ανακοινώθηκε το ξαφνικό κλείσιμο των εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας μετά το τραγικό δυστύχημα που προκάλεσε ένα τσουνάμι στη μονάδα Φουκουσίμα στην Ιαπωνία, το 2011. Ηταν μια υπερβολική αντίδραση, προερχόμενη από μια ακαδημαϊκό σε μια χώρα που, ούτως ή άλλως, δεν συμβαίνουν φαινόμενα φυσικής καταστροφής.

Ο στόχος της Γερμανίας για τη μεγαλύτερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι σεβαστός για το μακροπρόθεσμο μέλλον. Στοχεύει μέχρι το 2025 να παράγει το 40% με 45% της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ένα ποσοστό που πρόκειται να φθάσει το 80% μέχρι το 2050.

Αλλά μια μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα περιλαμβάνει και την αξιοποίηση πυρηνικής ενέργειας, ενώ η διαδικασία θα πρέπει να είναι βαθμιαία. Μια δεύτερη απογοήτευση ήταν η μείωση του ορίου συνταξιοδότησης που αποφασίστηκε για πολλές κατηγορίες εργαζομένων στη Γερμανία. Είναι ακριβώς το αντίθετο που χρειάζονταν για την αντιμετώπιση της επικείμενης κρίσης του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Ευρώπη. Σε ποιον, ακριβώς, τομέα της οικονομικής ζωής ασκεί η Γερμανίδα καγκελάριος την επιρροή της;

Μέρος της απάντησης αφορά την παράταση της οικονομικής στασιμότητας στην Ευρώπη. Η Γερμανία πολύ σωστά υποστηρίζει πως η δημοσιονομική κατάσταση μιας χώρας θα πρέπει να είναι βιώσιμη στο μακροπρόθεσμο μέλλον και ότι πολλά κράτη-μέλη στην Ευρωζώνη έχουν αναβάλει την επίλυση διαρθρωτικών προβλημάτων.

Πρέπει να αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης, να υιοθετηθούν πρακτικές για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και να αξιοποιηθεί πλεονάζον εργατικό δυναμικό σε νέους τομείς. Αλλά η ολοκλήρωση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι μια χρονοβόρος διαδικασία. Θα χρειαστεί αρκετός καιρός για να επιτευχθούν όλοι οι στόχοι. Εντούτοις, οι αγορές το γνωρίζουν αυτό. Επίσης, οι αγορές δεν πανικοβάλλονται εάν βεβαιωθούν πως δρομολογούνται τα σωστά μέτρα. Εξάλλου, η ωρίμανση των κρατικών ομολόγων στις περισσότερες περιπτώσεις είναι δρομολογημένη σε βάθος χρόνου.

Για κάποιο λόγο, όμως, η Γερμανία είναι αποφασισμένη να ολοκληρώσει αυτή τη μετάβαση μέσα σε λίγα χρόνια. Αυτή είναι μια φρικτή πολιτική στάση απέναντι σε χώρες που έχουν εξαντληθεί από πολιτικές λιτότητας στο διάστημα των τελευταίων ετών.

Οι τρέχουσες συνθήκες απαιτούν μια πολιτική δημοσιονομικής επέκτασης και όχι αναδίπλωσης. Η Ευρώπη εξέρχεται από μια μεγάλη ύφεση που προκλήθηκε από ανεπαρκή ζήτηση, δηλαδή την εξασθένηση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών. Θετικό είναι ότι οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κυμαίνονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και πολλές χώρες έχουν συγκεντρώσει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στον κατασκευαστικό κλάδο.

Σήμερα είναι η ιδανική χρονική στιγμή για μια δυναμική παρέμβαση από το μέτωπο της δημοσιονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα όταν έχουν υπονομευθούν τόσο τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής. Εχουν άδικο εκείνοι που πιστεύουν πως η ΕΚΤ μπορεί να διαδραματίσει ρόλο σωτήρα με μια πρόσθετη μείωση των ήδη πολύ χαμηλών επιτοκίων στην Ευρωζώνη. Ποτέ δεν θα πίστευα πως θα ερχόταν η στιγμή να πάρω το μέρος της Γαλλίας σε μια οικονομική διαμάχη με τη Γερμανία.

* Επικεφαλής οικονομολόγος του The Economist