ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα stress tests δεν λένε όλη την αλήθεια

ta-stress-tests-den-lene-oli-tin-alitheia-2057112

Τα πρόσφατα τραπεζικά τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν λανθασμένα. Δεκάδες ευρωπαϊκές τράπεζες, περιλαμβανομένων των Deutsche Bank και BNP Paribas, δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια ώστε να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη ή να αντέξουν μια κρίση σαν αυτή του 2008. Αυτά είναι τα αποτελέσματα μελέτης που διεξήγαγε το Danish Institute for International Studies για λογαριασμό του Bloomberg χρησιμοποιώντας ως μέτρο τον ελάχιστο δείκτη μόχλευσης που θα ισχύει από το 2015. Το νέο πρότυπο που θα ισχύσει στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ προβλέπει ότι τα κεφάλαια των τραπεζών θα πρέπει να ανέρχονται τουλάχιστον στο 3% των περιουσιακών τους στοιχείων.

Αν η ΕΚΤ είχε χρησιμοποιήσει αυτό το μέτρο και απαιτούσε κεφάλαια της υψηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης, 12 μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες που πέρασαν τα τεστ αντοχής της ΕΚΤ θα έπρεπε να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους κατά 66 δισ. ευρώ επιπλέον. Ο ελάχιστος δείκτης μόχλευσης θα λειτουργήσει συμπληρωματικά στο παρόν σύστημα, που βασίζεται στην αξιολόγηση των περιουσιακών στοιχείων σταθμισμένων έναντι κινδύνου. «Δεν αρκεί να βασιζόμαστε μόνο σε μέτρα που έχουν σταθμιστεί έναντι κινδύνου, διότι σε μια κρίση αυτό που προκαλεί πρόβλημα είναι πάντοτε αυτό που θεωρούσαμε ότι δεν έχει ρίσκο», εξηγεί ο Γιάκομπ Βέστεργκααρντ, ερευνητής του Danish Institute. «Η ΕΚΤ ήθελε να παρουσιαστεί σκληρή, αλλά και πάλι για πολιτικούς λόγους δεν θέλησε να δείξει ότι δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια μεγάλες γερμανικές και γαλλικές τράπεζες», συμπληρώνει.

Η ΕΚΤ δεν περιέλαβε τον δείκτη μόχλευσης στα τεστ αντοχής διότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων είναι εθελοντική από το 2015, ενώ θα γίνει υποχρεωτική το 2018, σύμφωνα με εκπρόσωπο Τύπου της ΕΚΤ. Ωστόσο τα αμερικανικά τραπεζικά τεστ αντοχής, που θεωρείται ευρέως ότι συνέβαλαν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, βασίστηκαν σε ένα απλό όριο μόχλευσης ταυτόχρονα με ένα βασισμένο στη στάθμιση κινδύνου. Οταν μια τράπεζα βασίζεται υπερβολικά στη μόχλευση, δηλαδή όταν χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις της μέσω δανεισμού, μπορεί να χρεοκοπήσει ακόμη και αν η αξία των περιουσιακών της στοιχείων υποχωρήσει ελάχιστα. Μια εταιρεία με κεφάλαιο που ισούται με το 2% των περιουσιακών της στοιχείων θα δει το κεφάλαιό της να εξανεμίζεται αν οι τιμές αυτών των στοιχείων υποχωρήσουν κατά μέσο όρο κατά 2%.

Οσο χαμηλότερη η αναλογία, τόσο ασθενέστερη είναι η τράπεζα. «Κατά κάποιο τρόπο ο δείκτης μόχλευσης είναι σημαντικότερος σε μια δοκιμασία αντοχής διότι αποκαλύπτει σαφέστερα ποιες τράπεζες είναι αδύναμες», εξηγεί ο Μόρις Γκόλντσταϊν, ερευνητής του Peterson Institute. «Υπάρχουν ορισμένες πολύ μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες που έχουν πολύ χαμηλό δείκτη μόχλευσης, πράγμα που δεν είναι καλό για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ευρώπης». Κατά την άποψη των τραπεζιτών, ο δείκτης μόχλευσης που δεν περιλαμβάνει στάθμιση κινδύνου είναι υπερβολικά απλουστευτικός. «Δεν μαθαίνεις τίποτα για την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων μιας τράπεζας εξετάζοντας απλώς το σύνολό τους. Δεν γίνεται να εξισώνεις τα μετρητά με τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης», λέει ο Ρόναλντ Βάιχερτ, εκπρόσωπος Τύπου της Deutsche Bank.

Η Deutsche Bank, η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, και η BNP Paribas, η μεγαλύτερη γαλλική τράπεζα, είχαν δείκτη μόχλευσης κάτω από 3% στο πλαίσιο του δυσμενούς σεναρίου που έλαβε υπόψη της η ΕΚΤ, σύμφωνα με τις μελέτες του Βέρστεργκααρντ και της επενδυτικής τράπεζας KBW. Κάτω από το όριο του 3% έπεσαν επίσης οι Societe Generale και Groupe BPCE, δεύτερη και τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα της Γαλλίας, αντίστοιχα. Η ελλιπής κεφαλαιοποίηση των τραπεζών δυσχεραίνει την προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Πολλές από αυτές είναι υπερβολικά αδύναμες ώστε να είναι σε θέση να αρχίσουν και πάλι να δανείζουν σε καταναλωτές και επιχειρήσεις, υποστηρίζει ο Αλμπέρτο Γκάλο, επικεφαλής του τμήματος ερευνών της Royal Bank of Scotland.