ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Αφύσικες» εμμονές

afysikes-emmones-2098765

Μία σταθερά της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία αντέχει στον χρόνο, και διατυπώνεται από τους κύκλους των νηφάλιων ανθρώπων σε όλον τον κόσμο και αφ’ ης στιγμής ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, είναι πως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα πρέπει να κινηθεί με υπευθυνότητα και να αυξήσει τα επιτόκια. Πριν από μερικά χρόνια, η άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων και μία πλημμυρίδα κεφαλαίων με κατεύθυνση τις αναδυόμενες αγορές είχαν αποδείξει το εξής: ότι σε ένα περιβάλλον με χαμηλά επιτόκια υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να γεννηθούν πληθωριστικές πιέσεις. Ως εκ τούτου, όπως διατυπώνεται το επιχείρημα από τη χορεία των νηφάλιων ανθρώπων σε διεθνή κλίμακα, τα επιτόκια πρέπει να αυξηθούν. Σήμερα αυτό που συμβαίνει στη διεθνή αγορά είναι η καταβαράθρωση των τιμών των εμπορευμάτων και η μαζική εκροή κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές. Αμφότερες οι εξελίξεις σαφώς και καταδεικνύουν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα πρέπει να λάβει την ορθή απόφαση και να αυξήσει τα επιτόκια. Πίσω από το αίτημα αυτό και από κάθε άλλο σχετικό υπάρχει ο ισχυρισμός ότι τα χαμηλά επιτόκια, που ισχύουν από το 2008, είναι ή «τεχνητά» ή «μη φυσικά». Συνεπώς, ίσως και να άξιζε τον κόπο να επαναλάβουμε ότι, ενώ τα πολύ χαμηλά επιτόκια μπορεί να φαίνονται παράξενα, ταυτόχρονα θεωρούνται και εντελώς δικαιολογημένα από την οικονομική κατάσταση ως έχει. Η πρωτότυπη προσέγγιση του οικονομολόγου Κνουτ Γουίκσελ περί των φυσικών επιτοκίων ορίζει τα εν λόγω επιτόκια ότι συνάδουν με τις σταθερές τιμές σε μία οικονομία, η οποία ούτε έχει υπερθερμανθεί ούτε έχει αποθερμανθεί. Εάν είχαμε αφύσικα χαμηλά επιτόκια αυτά τα τελευταία επτά χρόνια, τότε ίσως θα είχαμε δει τον πληθωρισμό να επιταχύνεται. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο, όμως. Παρεμπιπτόντως, η ποσοτική χαλάρωση είναι σχεδόν το ίδιο φαινόμενο.

Εάν ισχυριστεί κανείς ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχει κατά τρόπο τεχνητό συμβάλει στη δημιουργία φθηνών πιστώσεων, τότε θα πρέπει με τη σειρά του να εξηγήσει πώς κατορθώνει και το κάνει αυτό χρόνο με τον χρόνο, χωρίς, όμως, παράλληλα να δημιουργεί πληθωρισμό ή να συντείνει στο να υπερθερμανθεί η οικονομία. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε το εξής: κανένας θεωρητικός ή πολιτικός παράγοντας ή αναλυτής δεν έχει μέχρι σήμερα διατυπώσει μία συνεκτική και εμπεριστατωμένη αφήγηση σχετικά με την πολιτική της Fed. Και, συγκεκριμένα, σχετικά με τη νομισματική της πολιτική, η οποία, αφ’ ης στιγμής εφαρμοστεί, θα οδηγήσει τα επιτόκια σε επίπεδα κάτω από τα φυσικά, χωρίς εντούτοις να γεννήσει πληθωριστικές πιέσεις.

Κατόπιν όλων τούτων, ακόμα κι αν πιστεύει κανείς ότι το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων λειτουργεί βοηθητικά και συντείνει στο να δημιουργηθεί μία σειρά από «φούσκες» στην αγορά, στη συνέχεια θα πρέπει να θέσει ένα ερώτημα: πώς μπορεί να έχει λογική βάση το να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, τη στιγμή κατά την οποία το μείζον πρόβλημα είναι η συνολική αποδυνάμωση της οικονομίας, την οποία αποδυνάμωση θα επιδεινώσει μία αύξηση επιτοκίων.

Και μία τελευταία επισήμανση: Πολλοί άνθρωποι έχουν διαπιστώσει τις ομοιότητες μεταξύ όσων συμβαίνουν σήμερα και της αστάθειας και της αβεβαιότητας των αγορών το 1998. Εντούτοις, ελάχιστοι είναι όσοι παρατηρούν ότι μετά την περίοδο αστάθειας του 1998 ακολούθησε μία μακρά περίοδος κατά την οποία τα μακροπρόθεσμα επιτόκια ουδέποτε υποχώρησαν κάτω από τα επίπεδα του 5%. Το κερδοσκοπικό χρήμα δεν χρειάζεται απαραιτήτως παρά πολύ χαμηλά επιτόκια, ώστε να δημιουργεί στους επενδυτές κύματα ενθουσιασμού και κρούσματα αιφνίδιας απώλειας εμπιστοσύνης.