ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Απειλή υψηλού πληθωρισμού

apeili-ypsiloy-plithorismoy-2104903

Η δραματική πτώση που σημειώνει τις τελευταίες ημέρες το νόμισμα της Βραζιλίας, το ρεάλ, έχει θέσει την κεντρική τράπεζα της χώρας ενώπιον δύο επιλογών: είτε να αυξήσει επιθετικά τα επιτόκια με μια αιφνιδιαστική κίνηση είτε να συμβιβαστεί με έναν πολύ υψηλότερο πληθωρισμό για πολύ καιρό.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Βραζιλίας, οι προβλέψεις για άνοδο του πληθωρισμού εξακολούθησαν να αυξάνονται την περασμένη εβδομάδα καθώς το ρεάλ βυθιζόταν σε νέα ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η χαμηλή συναλλαγματική ισοτιμία εξώθησε ανοδικά τις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων με αποτέλεσμα να οδηγείται ο πληθωρισμός σε επίπεδα  κοντά  στο 10%. Πρόκειται για επίπεδο αξιοσημείωτο  λαμβανομένου  υπόψη ότι η οικονομία της Βραζιλίας οδεύει προς την πλέον μακροχρόνια και ίσως τη βαθύτερη ύφεσή της από τη δεκαετία του 1930.

Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό όχι μόνο κατατείνουν σε υψηλότερα επίπεδα του δείκτη, αλλά κινούνται και προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Και αυτό γιατί η αβεβαιότητα, την οποία καλλιεργεί αφενός η πολιτική κρίση και αφετέρου η δημοσιονομική κρίση στη Βραζιλία, έχει ρίξει βαριά σκιά τόσο στις οικονομικές προβλέψεις όσο και στις αποφάσεις των επιχειρήσεων.

Καθώς ο πληθωρισμός έχει πάρει την ανιούσα, οι διαπραγματευτές έχουν αρχίσει να στοιχηματίζουν ότι η κεντρική τράπεζα θα αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια του ρεάλ από το ήδη υψηλό επίπεδο του 14,25% στο οποίο βρίσκονται τώρα. Ακόμη και μετά την πρόσφατη ικανοποίηση που προκάλεσε ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης από την πρόεδρο Ντίλμα Ρουσέφ, τα προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίων προδίδουν πως έχουν επικρατήσει οι προσδοκίες για μια αύξηση των επιτοκίων κατά τουλάχιστον 150 μονάδες βάσης μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές έχουν προτείνει στην κεντρική τράπεζα να ακολουθήσει το παράδειγμα που έδωσαν προσφάτως οι κεντρικές τράπεζες της Ρωσίας και της Τουρκίας, και να προχωρήσει σε μια δυναμική εφάπαξ αύξηση των επιτοκίων ώστε να ανακόψει τις πληθωριστικές πιέσεις εξαρχής.

Η πλειονότητα των οικονομολόγων, όμως, δεν τη θεωρεί καθόλου καλή αυτήν την ιδέα και έχουν πολλούς και σοβαρούς λόγους να επικαλεσθούν.

Πρώτα απ’ όλα τα υψηλά επιτόκια θα καταφέρουν καίριο πλήγμα στην οικονομία της Βραζιλίας, που ήδη βρίσκεται σε βαθύτατη ύφεση. Δεύτερον, το κόστος του δανεισμού θα εκτιναχθεί στα ύψη, ενώ η Βραζιλία εμφανίζει ήδη δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξεως του 9% του ΑΕΠ της, που εμφανίζει μάλλον ανοδικές τάσεις. Και τρίτον, αυτό που πραγματικά χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Βραζιλία εν τω μέσω μιας κρίσης εμπιστοσύνης είναι κατά το μάλλον ή ήττον η διαφάνεια. Μια αιφνιδιαστική, δυναμική και απότομη αύξηση των επιτοκίων μπορεί να επιτείνει την αβεβαιότητα σε μια οικονομία που βρίσκεται ήδη σε δίνη.

Η οικονομία της Βραζιλίας συρρικνώνεται, το χάσμα ανάμεσα στην πραγματική και τη δυνητική ανάπτυξη διευρύνεται, ο πληθωρισμός δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Σύμφωνα με την πλειονότητα των οικονομολόγων, με το να επιδιώξει κανείς έναν αυθαίρετο στόχο για τον πληθωρισμό με σκοπό να επισπεύσει την υποχώρησή του προς τα τέλη του επόμενου έτους αντί για τα μέσα του 2017, θα μπορούσε να προκαλέσει περισσότερη ζημιά παρά να έχει ευεργετικές επιπτώσεις.

Στρατηγικοί αναλυτές της ΒΒΗ, προεξάρχοντος του Μαρκ Τσάντλερ, επισημαίνουν πως «δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα μιας αύξησης των επιτοκίων».