ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χάνεται η μάχη με τον πληθωρισμό

chanetai-i-machi-me-ton-plithorismo-2106351

Oι κεντρικές  τράπεζες αποτυγχάνουν να τονώσουν τον πληθωρισμό, παρά την επιθετικά αναπτυξιακή νομισματική πολιτική που έχουν υιοθετήσει από την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, μειώνοντας τα επιτόκια σε μηδενικά επίπεδα και υιοθετώντας εκτεταμένα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης.

Οπως αποτυπώνεται στο γράφημα του Bloomberg, έχουν αυξηθεί σημαντικά οι χώρες με αρνητικό πληθωρισμό, και το ποσοστό τους βρίσκεται σήμερα στα υψηλότερα επίπεδα από τον Σεπτέμβριο του 2009. Εξίσου σημαντική αύξηση σημειώνει, άλλωστε, και το ποσοστό των χωρών με οριακό πληθωρισμό από 0% έως 1%.

Με την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου και γενικότερα των πρώτων υλών, ο χαμηλός πληθωρισμός αποτελεί τα τελευταία χρόνια χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας αναιμικής ανάκαμψης που αδυνατεί να απογειωθεί και να αφήσει πίσω της την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Ετσι στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί φέτος στο 0,1% για το σύνολο του έτους, όταν ο στόχος της ΕΚΤ είναι το 2%. Εξ άλλου τον Σεπτέμβριο ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης διολίσθησε αιφνιδιαστικά σε αρνητικό έδαφος στο -0,1% και την ίδια στιγμή στις ΗΠΑ βρέθηκε στο 0%. Πέραν των οικονομικών αναλυτών, όπως ο Καρλ Ρικαντόνα της Bloomberg Intelligence, που προεξοφλούν επιδείνωση των αποπληθωριστικών πιέσεων, την αποτυχία των κεντρικών τραπεζών αρχίζουν να παραδέχονται τα ίδια τα στελέχη τους. «Πρέπει να πούμε ότι σαφώς δεν πιάνουμε τους στόχους», αναγνώρισε χθες από τη Βαρσοβία ο Αυστριακός Εβαλντ Νοβότνι, μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, αναιρώντας πρόσφατη δήλωσή του πως ο πληθωρισμός τείνει σε μια «ισορροπία» των τιμών καταναλωτή.

Μολονότι απέδωσε την εξέλιξη στην πτώση των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών, ο κ. Νοβότνι τόνισε πως «πρέπει να προστεθούν νέα εργαλεία» στο οπλοστάσιο της ΕΚΤ, που «χρησιμοποιεί όσα μέσα νομισματικής πολιτικής διαθέτει».

Προσέθεσε, άλλωστε, πως εκτός από διαρθρωτικά μέτρα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την τόνωση της ζήτησης, της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ενοποίησης «και από τους θεσμικούς παράγοντες της οικονομίας». Μολονότι με τη δήλωσή του αυτή άφησε να εννοηθεί πως ίσως η λύση δεν βρίσκεται στο χέρι της ΕΚΤ, έδωσε παράλληλα τροφή σε νέες προσδοκίες είτε για μια επικείμενη ποιοτική επέκταση είτε για μια χρονική και ποσοτική παράταση του προγράμματος αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ.

Οπως καταδεικνύει και πρόσφατη δημοσκόπηση του Reuters, η πλειονότητα των οικονομικών αναλυτών προεξοφλεί κάποιου είδους επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Βάσει του αρχικού του σχεδιασμού, το πρόγραμμα που εγκαινιάστηκε τον Μάρτιο προβλέπεται να φθάσει στο 1,1 τρισ. ευρώ, με μηνιαίες αγορές ομολόγων αξίας 60 δισ. ευρώ που θα συνεχισθούν έως το φθινόπωρο του 2016. Η πλειονότητα των οικονομικών αναλυτών θεωρεί πολύ πιθανή μια ποσοτική αύξηση του προγράμματος, με αγορές ομολόγων που θα έχουν φτάσει στα 1,52 τρισ. ευρώ έως τον Σεπτέμβριο του επόμενου έτους, καταγράφοντας δηλαδή αύξηση 33% σε σύγκριση με το αρχικό σχέδιο. Παρατηρητές επισημαίνουν, όμως, πως μια απλή ποσοτική αύξηση των αγορών ομολόγων ενδέχεται να αποδειχθεί ατελέσφορη και εκτιμούν πως θα έπρεπε να συμπεριλάβει η Τράπεζα νέες κατηγορίες τίτλων, όπως, για παράδειγμα, εταιρικά ομόλογα, μετοχές ή ακόμη και τα ομόλογα που εκδίδουν περιφερειακές και δημοτικές αρχές.

Κι ενώ στην Ευρωζώνη βρίσκεται σε εξέλιξη αυτός ο προβληματισμός, η απόφαση της αμερικανικής Federal Reserve να αναβάλει προς το παρόν την αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου έχει θετικό αντίκτυπο στις αναδυόμενες οικονομίες που κινδυνεύουν από ένα νέο κύμα μαζικών εκροών κεφαλαίου, αλλά παράλληλα οδηγεί σε ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου συμπιέζοντας περαιτέρω τον πληθωρισμό. Οι δηλώσεις του κ. Νοβότνι οδήγησαν πάντως σε υποχώρηση το ευρώ, που το βράδυ κυμαινόταν στα 1,1391 δολάρια.