ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ προσπαθούν να μαντέψουν οι αγορές

ekt4

Με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Μάριο Ντράγκι, να αφήνει υπόνοιες για περαιτέρω χαλάρωση μέσα στον επόμενο μήνα, οι αγορές προσπαθούν να μαντέψουν εάν η επόμενη κίνηση θα είναι μια περαιτέρω μείωση του αρνητικού επιτοκίου καταθέσεων ή μια επέκταση του προγράμματος αγοράς τίτλων.

Με βάση τους όρους του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, η ΕΚΤ έχει συγκεκριμένο στόχο στην αγορά τίτλων – ένα στόχο που θα επιτύχει νωρίτερα από την προθεσμία του Σεπτεμβρίου του 2016 εάν η ευρωτράπεζα αυξήσει το όριο των αγορών της. Με το υφιστάμενο πρόγραμμα, η ΕΚΤ πρέπει να αγοράζει τίτλους 60 δισ. ευρώ ανά μήνα και έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε συνολικές αγορές 893 δισ. ευρώ σε κρατικά ομόλογα και τίτλους φορέων του δημοσίου με αποδόσεις πάνω από το επιτόκιο καταθέσεων που θα ισχύει μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβριο. Ωστόσο, εάν αυξήσει τις αγορές τίτλων, τότε είναι πολύ πιθανό να έχουν εξαντληθεί οι επιλογές της, σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Πάουελ, οικονομολόγο της Bloomberg Intelligence. Aντί αυτού, η ΕΚΤ θα μπορούσε να μειώσει ακόμη περισσότερο το αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ ούτως ώστε να αυξήσει τη διαθεσιμότητα τίτλων, επεκτείνοντας και τις αγορές τίτλων στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. «Η Bloomberg Intelligence υπολογίζει πως μια πτώση των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα κατά 25 μονάδες βάσης θα οδηγούσε στη συρρίκνωση των διαθέσιμων ομολόγων σε 1,3 τρισ. ευρώ», δηλώνει ο κ. Πάουελ. Προσθέτει δε στη συνέχεια πως «σε αυτήν την περίπτωση, μια μείωση του αρνητικού επιτοκίου καταθέσεων θα ήταν απαραίτητη για να υλοποιήσει αγορές τίτλων άνω των 90 δισ. ευρώ αρκετά μετά το πέρας της προθεσμίας του Σεπτεμβρίου του 2016 – και το σύνολο μέχρι τον Σεπτέμβριο θα κυμανθεί περίπου στο 1,2 τρισ. ευρώ σε κρατικά ομόλογα».

Αντί να στηριχθεί σε μια μείωση του επιτοκίου για να αυξήσει τις επιλογές για την αγορά τίτλων, η ΕΚΤ θα μπορούσε να εμπλουτίσει το «μείγμα» των αγορών με κρατικά ομόλογα και τίτλους φορέων του δημοσίου, συμπεριλαμβάνοντας εταιρικά ομόλογα ή ομόλογα από άλλες χώρες. Πέρυσι, τον Δεκέμβριο, o κ. Ντράγκι έθιξε απευθείας το ζήτημα των τίτλων που έχει την αρμοδιότητα να αγοράζει στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης.

Οταν ερωτήθηκε εάν το συμβούλιο έχει συζητήσει αγορές χρυσού ή αμερικανικών ομολόγων, ο κ. Ντράγκι απάντησε: «Πάνω σε αυτό το ζήτημα, ενθυμούμαι πως συζητήσαμε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων πλην του χρυσού». Με άλλα λόγια, δεν τίθεται ζήτημα εξάντλησης των επιλογών στις αγορές τίτλων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν στενά περιθώρια για μια περαιτέρω μείωση του αρνητικού επιτοκίου καταθέσεων.

Οπως ισχυρίζεται και η επενδυτική τράπεζα Pictet, «με υπερβάλλουσα ρευστότητα στα 500 δισ. ευρώ, το επιτόκιο -0,2% που ισχύει σήμερα αντιπροσωπεύει ένα φόρο στο τραπεζικό σύστημα της τάξεως του ενός δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Μια περαιτέρω μείωση κατά δέκα μονάδες βάσης θα προσέθετε ακόμη 500 εκατ. ευρώ. Εάν υποθέσουμε πως η υπερβάλλουσα ρευστότητα ανέλθει στα 1.000 δισ. ευρώ όσο ολοκληρώνεται το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, μια μείωση του αρνητικού επιτοκίου στο -0,3% θα αντιπροσώπευε ετήσια φορολογικά βάση 3 δισ.».

Δεδομένου, δηλαδή, ότι το επιτόκιο καταθέσεων βρίσκεται ήδη στο -0,2%, μια περαιτέρω μείωση θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και έτσι θα ενίσχυε τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. O οίκος Moody’s έχει ήδη προειδοποιήσει πως οι τράπεζες αποταμιεύσεων, οι οποίες εξαρτώνται από τους καταθέτες ως πηγή κεφαλαίων, θα δουν μεγαλύτερη συρρίκνωση των περιθωρίων τους διότι τα επιτόκια των δανείων ακολουθούν πτωτική πορεία και τα επιτόκια των καταθέσεων θα είναι κολλημένα λίγο πάνω από το μηδέν προκειμένου να μην αποσύρουν οι καταθέτες τα χρήματά τους.

Από την άλλη πλευρά, με την εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη να ενισχύεται, είναι πολύ πιθανό να έχει βελτιωθεί η οικονομική προοπτική μέχρι τον Δεκέμβριο και έτσι να χρειάζεται περαιτέρω μείωση του επιτοκίου καταθέσεων στην ΕΚΤ για τις τράπεζες.