ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σωστή, αλλά επικίνδυνη απόφαση

sosti-alla-epikindyni-apofasi-2116990

Η Ευρωπαϊκή Ενωση εισήλθε σε έναν γενναίο νέο κόσμο τραπεζικών διασώσεων εκ των ένδον στις αρχές αυτής της χρονιάς. Η Ευρώπη ξόδεψε τόσο πολλά από τα χρήματα των φορολογουμένων για τη σωτηρία χρεοκοπημένων τραπεζών τα τελευταία χρόνια, ώστε είναι πλέον ορθό να αναζητήσει επενδυτές να καλύψουν τους λογαριασμούς του μέλλοντος. Ωστόσο, το νέo δύσκολο καθεστώς ενέχει μείζονες πολιτικούς κινδύνους. Ο καίριος κανόνας αφορά το ότι καμία τράπεζα δεν δύναται να διασωθεί με κρατικά κονδύλια, έως ότου οι πιστωτές, που αντιστοιχούν στο τουλάχιστον 8% των υποχρεώσεών της, καταβάλουν τα προβλεπόμενα. Αυτού του τύπου η διάσωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σημαίνει συνήθως ότι εξανεμίζονται οι επενδύσεις των πιστωτών, είτε επειδή η αξία τους μειώνεται δραστικά είτε επειδή αυτές μετατρέπονται σε μετοχές της τράπεζας. Πέραν τούτου, εντός του κύκλου των χωρών της Ευρωζώνης, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν θα έχουν πλέον την ευθύνη να διαχειρίζονται διαλυμένες τράπεζες. Το έργο αυτό μόλις μεταβιβάστηκε στον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης. Διαρκούσης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η διάσωση τραπεζών υπήρξε ο συνηθισμένος τρόπος αποκατάστασής τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε σε κρατική βοήθεια 592 δισ. ευρώ με αποδέκτες τράπεζες από τον Οκτώβριο του 2008 έως τα τέλη του 2012. Η απόφαση αυτή στηρίχτηκε στο επιχείρημα πως, εάν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατέρρεαν και οι πελάτες-καταθέτες έχαναν τα χρήματά τους, θα δημιουργείτο χάος. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η διαδικασία αυτή προκάλεσε διόγκωση του δημοσίου χρέους των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και συνέτεινε στην όξυνση της κρίσης. Ετσι προέκυψε και η αντίληψη πως οι επενδυτές και όχι οι φορολογούμενοι οφείλουν να επωμιστούν το κόστος της διάσωσης ή του κλεισίματος μιας τράπεζας, κάτι το οποίο ισχύει στις ΗΠΑ.

Η θεωρία συνίσταται στο ότι οι μέτοχοι θα πρέπει να δεχθούν το πρώτο χτύπημα, εφόσον γνωρίζουν πως διακινδυνεύουν τα χρήματά τους. Εάν αυτοί δεν επαρκούν για να σταθεροποιηθεί η τράπεζα, τότε οι ομολογιούχοι με τίτλους μειωμένης εξασφάλισης θα πρέπει να παρέμβουν, επειδή και αυτοί με τη σειρά τους θα πρέπει να γνωρίζουν πως τέτοιες επενδύσεις ενέχουν κινδύνους. Μετά ακολουθούν οι πρώτοι τη τάξει ομολογιούχοι και τελικά οι καταθέτες χωρίς ασφάλιση καταθέσεων. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση αυτό αντιστοιχεί σε καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ. Οι μικρότεροι καταθέτες δεν θα έπρεπε να πλήττονται. Δυστυχώς, η εν των ένδον διάσωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι δυσκολότερη στην πράξη από ό,τι στη θεωρία.

Η μεγάλη δοκιμασία του μοντέλου αυτού ήλθε με την κυπριακή κρίση στις αρχές του 2013. Το αρχικό ένστικτο της Ευρωζώνης υπαγόρευσε να φορολογηθούν όλοι οι καταθέτες ανεξαιρέτως, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά στους ισολογισμούς της τράπεζας. Αν και αυτή η κακή ιδέα εγκαταλείφθηκε, οι μεγαλοκαταθέτες υπέστησαν σοβαρές ζημίες, με συνέπεια να προκληθεί δραματική ύφεση. Αλλες χώρες, πάντως,δεν επιθυμούν να βιώσουν εκ νέου το πείραμα της Κύπρου. Εξ ου και η Ιταλία και η Πορτογαλία έσπευσαν να διασώσουν ορισμένες από τις προβληματικές τράπεζές τους, προτού τεθεί σε εφαρμογή το νέο καθεστώς από 1ης Ιανουαρίου 2016. Οχι, βέβαια, πως η Ρώμη και η Λισσαβώνα είχαν ελευθερία κινήσεων στο πώς διαχειρίστηκαν το εν λόγω ζήτημα.

Πάντως, δεν είναι σαφές τι θα συνέβαινε εάν οι τράπεζες Ιταλίας και Πορτογαλίας διασώζονταν εντός του 2016, καθώς προβλέπεται και ρήτρα διακριτικής ευχέρειας στην εφαρμογή των νέων κανόνων.

Εάν άλλες τράπεζες αντιμετωπίσουν πρόβλημα τα προσεχή χρόνια και μη ασφαλισμένοι καταθέτες υποστούν «κούρεμα» τύπου Κύπρου, οι πολιτικές επιπτώσεις αναμένονται οξύτερες από εκείνες σε Ιταλία και Πορτογαλία.