ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αναταραχή στις αγορές αλλάζει τον σχεδιασμό των κεντρικών τραπεζών

i-anatarachi-stis-agores-allazei-ton-schediasmo-ton-kentrikon-trapezon-2118117

Σε περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής που ακολουθούν πολλές κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως θα μπορούσε να οδηγήσουν η συνεχιζόμενη κατακρήμνιση των τιμών της ενέργειας και γενικότερα των πρώτων υλών, η επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας αλλά και του παγκοσμίου εμπορίου. Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν πως η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να λάβει και νέα μέτρα τον Μάρτιο, ενώ Αμερικανοί κεντρικοί τραπεζίτες αφήνουν να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να αυξήσουν με αργότερο ρυθμό τα επιτόκια δανεισμού. Πίσω από την ανησυχία για τον χαμηλό πληθωρισμό κρύβεται σε πολλές περιπτώσεις και η επιθυμία κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζιτών να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των εμπορικών τους εταίρων.

Με την τιμή του πετρελαίου να «φλερτάρει» με τα 30 δολάρια το βαρέλι και όλο και περισσότερους αναλυτές να προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να υποχωρήσει μέχρι και τα 20 δολάρια το βαρέλι, πολλοί κεντρικοί τραπεζίτες επανεξετάζουν τη νομισματική πολιτική τους. Στην Ευρωζώνη, ενισχύονται οι φωνές που ζητούν περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για ετήσιο πληθωρισμό κοντά στο 2%. Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος της Fed της Βοστώνης, Ερικ Ρόζενγκριν, δήλωσε χθες ότι η ενδεχόμενη επιβράδυνση της αμερικανικής και παγκόσμιας οικονομίας θα μπορούσε να αναγκάσει την κεντρική τράπεζα να αυξήσει με αργότερο, από τον προβλεπόμενο, ρυθμό τα αμερικανικά επιτόκια δανεισμού.

Η επίδραση που θα έχει η πτώση των τιμών του πετρελαίου στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης δεν θα είναι προσωρινή, προειδοποίησε χθες ο κ. Πέτερ Πρατ, επικεφαλής οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung. «Η επίδραση στον πληθωρισμό, πάντως, δεν θα είναι ούτε αμελητέα ούτε προσωρινή», γράφει ο κ. Πρατ, ενώ παράλληλα αποκρούει τις κατηγορίες που απευθύνουν οι Γερμανοί επικριτές της πολιτικής που ακολουθεί η ΕΚΤ. Τελευταίως, πολλοί στη Γερμανία υποστηρίζουν ότι η ΕΚΤ έχει πετύχει τον στόχο να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το 2015 ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε μόλις στο 0,2%, και ότι συνεπώς θα πρέπει να διακόψει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ο κ. Πρατ απέρριψε χθες ρητώς το επιχείρημα, γράφοντας ότι η εγκατάλειψη του στόχου για πληθωρισμό κοντά στο 2% θα έπληττε την αξιοπιστία της ΕΚΤ. «Ιδιαίτερα σε δύσκολους καιρούς πρέπει να παραμένουμε προσηλωμένοι στον στόχο μας».

Την ίδια στιγμή, ο κ. Ρόζενγκριν της Fed δήλωνε στο Εμπορικό Επιμελητήριο της Βοστώνης ότι τα στοιχεία από την πραγματική οικονομία των ΗΠΑ, αλλά και την παγκόσμια, θέτουν εν αμφιβόλω την αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων δανεισμού κατά 1% στη διάρκεια του 2016. «Για να δικαιολογηθεί περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, θα πρέπει να διαθέτουμε ισχυρά στοιχεία πως ο ρυθμός ανάπτυξης θα διατηρηθεί σε υψηλό επίπεδο ώστε οι κεντρικοί τραπεζίτες να πειστούν πως ο πληθωρισμός θα φτάσει στον στόχο του 2%», είπε ο κ. Ρόζενγκριν. Αφησε, δε, να εννοηθεί πως τα απαραίτητα στοιχεία ίσως να μην είναι διαθέσιμα ούτε μέχρι τον Μάρτιο, οπότε και οι περισσότεροι αναλυτές τοποθετούν χρονικά τη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων δανεισμού μετά τον Δεκέμβριο του 2015. Την Τρίτη και ο κ. Ρόμπερτ Κάπλαν, πρόεδρος της Fed του Ντάλας, είχε δηλώσει ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς εάν θα πρέπει να αυξηθούν τέσσερις φορές τα επιτόκια δανεισμού (από 0,25% τη φορά) στη διάρκεια του 2016, προσθέτοντας ότι είναι «λογική υπόθεση» να υπάρξουν 3-4 αυξήσεις επιτοκίων.

Την ίδια στιγμή, η απογοητευτική προοπτική για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη αναγκάζει όλο και περισσότερους αναλυτές να ζητούν νέα μέτρα από την ΕΚΤ. Ο Πέτερ Τσάτγουελ, επικεφαλής αναλυτής επιτοκίων δανεισμού στην τράπεζα Mizuho, προέβλεψε χθες μιλώντας στο Bloomberg ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει τον Μάρτιο το ύψος των μηνιαίων αγορών ομολόγων και προειδοποίησε πως αν το το κάνει θα επιδεινωθεί και άλλο η προοπτική για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη. Και οι αναλυτές της Royal Bank Of Scotland προβλέπουν νέα χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, ωστόσο αυτοί θεωρούν ότι η ΕΚΤ θα μειώσει και άλλο, στο -0,4% (από -0,3% σήμερα), το επιτόκιο καταθέσεων για τις τράπεζες. Ωστόσο η περαιτέρω χαλάρωση δεν θα είναι εύκολη υπόθεση για τον Μάριο Ντράγκι, δεδομένου ότι στην τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο αποκαλύφθηκε ότι μεγάλος αριθμός κεντρικών τραπεζιτών δεν υποστηρίζει περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.