ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χάνουν… αποταμιεύοντας

chanoyn-amp-8230-apotamieyontas-2118290

Η γερμανική αποδοτικότητα, την οποία πολλοί έχουν υμνήσει, δεν ισχύει σε ζητήματα οικονομίας. Οι Γερμανοί καταναλωτές συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ένθερμων αποταμιευτών στον κόσμο, ωστόσο η απόδοση των επενδύσεών τους είναι άθλια εξαιτίας της τάσης να αποφεύγουν σε υπερβολικό βαθμό το οικονομικό ρίσκο, αλλά και να κάνουν κακές επιλογές όσον αφορά στο χαρτοφυλάκιό τους. Τη δεκαετία μεταξύ 2003-2013 τα γερμανικά νοικοκυριά έχασαν, κατά μέσον όρο, το 15% του πλούτου τους, υπολογίζοντας και τον πληθωρισμό, σύμφωνα με στοιχεία του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου DIW.

Κάθε χρόνο οι συμπατριώτες του Καρλ Μαρξ αποταμιεύουν περίπου 170 δισ. ευρώ ή το 9,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Το ποσοστό αποταμίευσης είναι στη Γερμανία κατά 50% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και διπλάσιο από το ποσοστό αποταμίευσης των Αμερικανών, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ. Παρ’ όλα αυτά, εάν λάβουμε υπόψη μας τον πληθωρισμό, οι Γερμανοί ανταμείβονται με οικτρή ετήσια απόδοση της τάξεως του 1,5%, σύμφωνα με στοιχεία της γερμανικής κεντρικής τράπεζας. Περισσότερο από το ένα πέμπτο των περιουσιακών στοιχείων των Γερμανών είναι τοποθετημένο σε απλούς τραπεζικούς λογαριασμούς με ελάχιστη αν όχι μηδενική απόδοση. Ακόμη και τη δεκαετία του 1990, όταν το ονομαστικό επιτόκιο καταθέσεων ήταν υψηλό, η πραγματική απόδοση συνήθως ήταν κάτω από το 1%. Τα αμοιβαία κεφάλαια και οι μετοχές, επενδύσεις που αποφέρουν, κατά μέσον όρο, πραγματική απόδοση 5% και 8%, δεν είναι δημοφιλή. Μόνο το 16% των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων των γερμανικών νοικοκυριών έχει επενδυθεί στο χρηματιστήριο σε σύγκριση με το 25% που ίσχυε προτού σκάσει η «φούσκα» του dot.com, η οποία είχε «κάψει» τους επενδυτές.

Οι επενδύσεις εκτός Γερμανίας είναι μία ακόμη θλιβερή ιστορία. Από το 2006 και μετά, η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Γερμανίας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 20%, σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου DIW. Πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το τεράστιο πλεόνασμα της Γερμανίας στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είχε οδηγήσει τους Γερμανούς επενδυτές στο να αγοράσουν αμερικανικά δομημένα υψηλού κινδύνου στεγαστικά δάνεια και άλλα περιουσιακά στοιχεία με υψηλή απόδοση, τα οποία αργότερα έγιναν τοξικά. Ακόμη και η πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης δεν μπορεί να αντέξει τέτοια οικονομική ζημιά. Αν αυξανόταν μόλις κατά 1% η απόδοση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των Γερμανών, τότε το διαθέσιμο εισόδημά τους θα αυξανόταν κατά 80 δισ. ευρώ, σύμφωνα με υπολογισμούς του Breakingviews. Αν τα νοικοκυριά ξόδευαν όλο το ποσό, τότε η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξανόταν κατά το εντυπωσιακό 5%.

Ωστόσο, το να αλλάξει κανείς τις επενδυτικές συνήθειες εκατομμυρίων νοικοκυριών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η εκπαίδευση των Γερμανών σε ζητήματα οικονομικών θα βοηθούσε. Μια άλλη καλή λύση θα ήταν να προσφέρουν οι Γερμανοί πολιτικοί φοροελαφρύνσεις ή άλλου είδους κίνητρα ώστε να επιστρέψουν οι μικροεπενδυτές στο χρηματιστήριο.

Η πρόταση μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα ξένη προς τη Γερμανία, διότι ενθαρρύνει την ανάληψη οικονομικού ρίσκου. Αντιθέτως, όμως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μια άλλου είδους, ωστόσο λογική και εντελώς τευτονική, επιλογή.