ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η απειλή της ύφεσης και των… Ρεπουμπλικανών

opa

Το 1992 η προεκλογική εκστρατεία του Μπιλ Κλίντον έμεινε στην ιστορία για το απόφθεγμά του «είναι η οικονομία, ηλίθιε». Από τη φετινή προεκλογική διαμάχη, όμως, απουσιάζει η οικονομική πολιτική, δηλαδή το τι κάνουμε με τις υφέσεις.

Και όμως οι κίνδυνοι που απειλούν την οικονομία κάθε άλλο παρά έχουν εξαφανισθεί, και θα τρομάξετε αν δείτε πόσο λίγα διδάχθηκαν από τα τελευταία 8 χρόνια οι επίδοξοι πρόεδροι των ΗΠΑ. Θα ξέρετε ότι υπήρξε μεγάλη αστάθεια και πτώση στις διεθνείς αγορές. Μέχρι στιγμής δεν είναι σαν το 2008, αλλά είναι ανησυχητική κατάσταση. Εχουμε και πάλι μεγάλο όγκο προβληματικού χρέους, αυτήν τη φορά όχι από στεγαστικά δάνεια αλλά από δάνεια προς ενεργειακές επιχειρήσεις που επλήγησαν από την κατάρρευση του πετρελαίου. Οι μέχρι προσφάτως αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Βραζιλία, τα πηγαίνουν πολύ άσχημα, ενώ η Κίνα παραπαίει. Κι ενώ η αμερικανική οικονομία τα καταφέρνει πολύ καλύτερα από όλους, δεν είναι βέβαιον ότι είναι προστατευμένη από την κρίση. Κανείς δεν ξέρει πόσο άσχημη μπορεί να είναι η κατάσταση, αλλά οι χρηματαγορές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Οι αγορές ομολόγων, ιδιαιτέρως, συμπεριφέρονται σαν οι επενδυτές να προεξοφλούν μακρά πολυετή περίοδο οικονομικής αστάθειας. Στις ΗΠΑ τα μακροπρόθεσμα επιτόκια βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αλλά αυτό δεν είναι τίποτε σε σύγκριση με το τι συμβαίνει σε άλλες χώρες που έχουν υιοθετήσει αρνητικά επιτόκια. Και τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια δημιουργούν προβλήματα στις τράπεζες, καθώς τα κέρδη τους εξαρτώνται από το κατά πόσον θα μπορούν να δανείζουν χρήματα, χρεώνοντας στους δανειολήπτες μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που προσφέρουν στους καταθέτες.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σε δεινή θέση, αλλά και οι μετοχές των αμερικανικών τραπεζών έχουν υποχωρήσει. Με άλλα λόγια φαίνεται να ζούμε ακόμη στην οικονομική εποχή στην οποία μπήκαμε το 2008, μια εποχή επίμονης αδυναμίας, με σημαντικότερες προκλήσεις τον αποπληθωρισμό και την ύφεση, και όχι τον πληθωρισμό και τα ελλείμματα. Πόσο καλά θα αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις οι επίδοξοι πρόεδροί μας; Στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών η απάντηση είναι: «Θα μας βοηθήσει ο Θεός». Οι απόψεις τους για την οικονομία κυμαίνονται από αρκετά παρανοϊκές έως εντελώς παρανοϊκές.

Εκείνος που ηγείται του στρατοπέδου με τις εντελώς παρανοϊκές ιδέες είναι, βέβαια, ο Ντόναλντ Τραμπ, που κατηγόρησε την πρόεδρο της Fed Τζάνετ Γέλεν ότι δεν αυξάνει τα επιτόκια, επειδή «της είπε ο Ομπάμα να μην το κάνει». Ούτε λόγος για το ότι ο πληθωρισμός παραμένει κάτω από τον στόχο της Fed, και στο φως των τελευταίων εξελίξεων ακόμη και η αύξηση των επιτοκίων που αποφασίστηκε τον Δεκέμβριο αποδεικνύεται λάθος. Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών οι δύο υποψήφιοι μιλούν με σύνεση για τη μακροοικονομική πολιτική, καθώς ο κ. Σάντερς υποστηρίζει σωστά ότι η πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων ήταν εσφαλμένη κίνηση. Ο κ. Σάντερς, όμως, έχει επικρίνει τη Fed με έναν τρόπο που δεν το έκανε η κ. Κλίντον. Ο κ. Σάντερς υποστηρίζει πως η χρηματοπιστωτική βιομηχανία ασκεί υπερβολική επιρροή στη Fed, κάτι που σίγουρα ισχύει.

Η λύση που προτείνει, όμως, είναι πιο αυστηρή εποπτεία του Κογκρέσου στον κλάδο, και υπήρξε ένας από τους λίγους Δημοκρατικούς που υπερψήφισαν νομοσχέδιο για τη θέσπιση σώματος ορκωτών λογιστών, με αντικείμενο τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της Fed. Η Fed, έτσι κι αλλιώς, ελέγχεται από λογιστές. Γενικά ακούγεται καλή η ιδέα να καταστεί υπόλογη για τις επιλογές της. Ωστόσο, η Wall Street δεν είναι η μοναδική πηγή κακόπιστης πίεσης επί της Fed, και στη σημερινή πολιτική κατάσταση ένα νομοσχέδιο αυτού του είδους θα ενίσχυε τους ακραίους στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Με τρόμο σκέπτεται κανείς ποια θα είναι η αντίδραση των ΗΠΑ στην περίπτωση νέας ύφεσης, αν κάποιος από τους Ρεπουμπλικανούς υποψήφιους βρεθεί στο Οβάλ Γραφείο.