ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τολμηρά στελέχη για βρετανικές τράπεζες

07s26dt

Οι τράπεζες στο City του Λονδίνου, που άλλοτε αποτελούσαν τον υψηλότερο στόχο για τους φιλόδοξους υπαλλήλους του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, σήμερα αγωνίζονται να καλύψουν τα κενά τους σε προσωπικό. Ο λόγος είναι ότι οι κίνδυνοι που εγκυμονούν υπερισχύουν των όποιων κινήτρων. Γι’ αυτό ευθύνονται οι αυστηρές ρυθμίσεις που έχουν επιβληθεί στον κλάδο, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, και οι οποίες μπορούν εύκολα να οδηγήσουν τα στελέχη των τραπεζών στη φυλακή, αν θεωρηθεί ότι δεν εντόπισαν εγκαίρως ατασθαλίες ή κακοδιαχείριση. Το αποτέλεσμα είναι να καταφεύγουν σε εταιρείες ανεύρεσης ταλέντων, όπως στη Spencer Stuart, της οποίας τη βοήθεια ζήτησε η Barclays, καθώς οι ίδιες φαίνεται συχνά να έχουν εξαντλήσει τη δεξαμενή των υποψηφίων και να έχουν μόνον αρνητικές απαντήσεις.

Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί η Standard Chartered Plc, η οποία επί έναν και πλέον χρόνο αναζητά αντικαταστάτη του προέδρου της, Τζον Πις. Πρόσφερε τη θέση στον Μάικ Σμιτ, πρώην διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου Australia and New Zealand Banking Group, ο οποίος την απέρριψε. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, ο 59χρονος Σμιτ απέρριψε την πρόταση εν μέρει και επειδή δεν ήθελε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Ομοίως και η Barclays, η οποία κυριολεκτικά έχει αποδυθεί σε κυνήγι στελεχών, καθώς αναζητά τον νέο επικεφαλής του επενδυτικού της βραχίονα από πέρυσι, οπότε ο Τομ Κινγκ ανακοίνωσε την επιθυμία του να συνταξιοδοτηθεί. Εχει έρθει σε επαφή με πολλά στελέχη επενδυτικών τραπεζών στη Νέα Υόρκη, που αρνήθηκαν, επικαλούμενα τις αυστηρές ρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα της Βρετανίας, τις δυσμενείς συνθήκες στην αγορά αλλά και την απογοήτευση των επενδυτών στη δεύτερη σε μέγεθος τράπεζα της χώρας.

Η Μπλιθ Μάστερς, στέλεχος της JPMorgan Chase & Co., δήλωσε τον Δεκέμβριο ότι επιθυμεί να παραμείνει στη θέση που κατέχει τώρα, όταν το Reuters ανέφερε ότι της είχε προταθεί η διεύθυνση του επενδυτικού βραχίονα της Barclays. Εν ολίγοις, τραπεζικά στελέχη που άλλοτε θα διεκδικούσαν τις θέσεις αυτές έχουν αποθαρρυνθεί από τις αυστηρές ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν στη φυλακή σε περίπτωση κακοδιαχείρισης, και οι οποίες έχουν μετατρέψει το City του Λονδίνου σε επικίνδυνο μέρος. Σε συνδυασμό με την επιθυμία των Βρετανών πολιτικών να κατονομάσουν και να εκθέσουν τους υπεύθυνους των σκανδάλων, την επιθετική στάση των εφημερίδων αλλά και τη μείωση των αποδοχών, οι βρετανικές τράπεζες βρίσκονται σε δεινή θέση.

«Οι αγορές δεν πηγαίνουν καλά, τα κέρδη είναι χαμηλά και οι αυστηρές ρυθμίσεις περιορίζουν τα στοιχήματα που μπορεί να κάνει μια τράπεζα και, κατά συνέπεια, και τις αμοιβές των στελεχών», σχολιάζει ο Σάιμν Μόρις, νομικός σύμβουλος της CMS Cameron McKenna LLP. Οι αυστηρές ρυθμίσεις εισήχθησαν για να κατευνάσουν την οργή της κοινής γνώμης κατά των δυσθεώρητων αποδοχών που πρόσφεραν στα στελέχη τους τράπεζες που είχαν διασωθεί με την αρωγή του βρετανικού κράτους, και εν ολίγοις με τα χρήματα των φορολογουμένων, όπως οι Royal Bank of Scotland και Lloyds Banking Group .

Εχουν μεσολαβήσει οι υποθέσεις τραπεζών στις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα για την εμπλοκή τους σε σειρά σκανδάλων, όπως η χειραγώγηση του επιτοκίου διατραπεζικής Libor, που υπονόμευσε τη φήμη του City. Παράλληλα, όμως, οι τράπεζες που αναζητούν στελέχη αντιμετωπίζουν και ειδικότερα εμπόδια. Τόσο η Barclays όσο και η Standard Chartered βρίσκονται σε διαδικασία εξυγίανσης, η οποία ενδεχομένως θα κρατήσει πολλά χρόνια και αναγκαστικά θα οδηγήσει σε χιλιάδες απολύσεις. Οι διευθύνοντες σύμβουλοί τους, Τζες Στάλεϊ και Μπιλ Γουίντερς αντιστοίχως, ανέλαβαν και οι δύο πέρυσι και σχεδιάζουν την καινούργια στρατηγική τους.